24 Φεβ 2018

Κέντρο βάρους και νόημα



Παραφράζοντας το Σωκράτη θα μπορούσαμε να πούμε πως κανείς δε γνωρίζει κανέναν και πως κανείς δε γνωρίζει τον εαυτό του! Ο εαυτός  είναι ο κατ’ εξοχήν άγνωστος Χ αλλά και η κατ΄ εξοχήν πρόσκαιρη «σταθερή βάση» γύρω από την οποία όλα τα οντολογικά περιστρέφονται. Ανάλογα με τις επί της παρούσης κυρίαρχες εσωτερικές και εξωτερικές επιφάνειες, ανάλογα με τα κέντρα και τα προσωπεία που έχουν πάρει τα ηνία τη δεδομένη στιγμή, η πρόσκαιρη αυτή «σταθερή βάση» αναγνωρίζεται προσωρινά μόνο και τελείως αυθαίρετα ως «αυτός που είναι».


Ο Πλάτωνας για να περιγράψει την ανθρώπινη φύση τη διαχώρισε σε λογιστικό, θυμοειδές και επιθυμητικό. Άλλοι μιλάνε για τα εφτά τσάκρας. Θα μπορούσαμε να κάνουμε αναφορές στο διανοητικό, το συναισθηματικό και το κινητικό. Ή τον εσώτερο, το μέσο και τον εξώτερο εγκέφαλο με  τις διάφορες αντιστοιχίες στα μέρη του σώματος. Οι αναφορές για την πολύκεντρη ανθρώπινη φύση δε τελειώνουν. Η ιδεατή συνεργασία μεταξύ των μερών θα έπρεπε να μπορεί να παράγει και μία ευγενή σειρά από ξεκάθαρες συστοιχίες από νότες. Το τραγούδι της στιγμής.

Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι να είμαστε όλοι ένα συνονθύλευμα από ξεκούρδιστους και αταίριαστους ήχους. Στη συνηθισμένη κατάσταση δλδ, «αυτός που είναι» δεν είναι παρά στιγμιότυπα δυσαρμονικών διακυμάνσεων μεταξύ των διαφόρων μερών. Τείνει έτσι να δημιουργεί σε διάφορα σημεία του σώματος κι άλλα ενεργειακά vertices-άγκυρες-εντάσεις που αποτέλεσμα έχουν την αναπόφευκτη πολύ-κεντροβαρικότητα της «σταθερή βάσης» και τη δική του κακοφωνία. 

Ακόμη και στην αρμονική συνεργασία όλων των μερών κάτω από κάποια κεντρική εποπτεία, ακόμη κι όταν υπάρχει ένα και μόνο κέντρο βάρους στο άτομο, δεν αναιρείται το γεγονός ότι ο «εαυτός» είναι πάντα κάτι παραπάνω από «ένα σημείο» αλλά ποτέ όλα και τα πάντα. Είναι και αυτός δηλαδή μέρος από κάτι μεγαλύτερο. Κατά συνέπεια δεν είναι μόνο τα δικά του μέρη αλλά είναι κάτι περισσότερο: Οι σχέσεις του.

Ας σχολιάσουμε κάτι που δεν είναι προφανές: Οι όποιες οντολογικές βολιδοσκοπήσεις, οι όποιες νοηματοδοτήσεις είναι και αυτές υποχρεωτικά περιεχόμενο του εαυτού αφού αυτός είναι που περιστρέφεται, αυτοαλλοιώνεται, κάμπτει την ίδια του την ουσία, αλλοιώνει τις κατά τόπους κεντροβαρικότητες, ασκεί τάσεις ώστε με τις αναδιπλώσεις να γεννήσει πνεύμα για να μετρήσει τον ίδιο και τον κόσμο κι έτσι να γνωρίσει. Ανάλογα την πρόσκαιρη αυτό-εικόνα στοχεύετε και μια εικόνα αυτοθέασης εφήμερη.

Πού τελικά βρίσκονται οι εσχατιές αυτού που ονομάζουμε αυθαίρετα εαυτός; Ναι, η ουσία με τις κατάλληλες αναδιπλώσεις μπορεί να γνωρίσει και τελικά να χωρέσει πολλαπλάσια και υποπολλαπλάσια της σε κλάσματα. Αλλά πού ορίζονται τα όρια και οι επιφάνειες του «προσώπου» και πού ο ορίζοντας γεγονότων του; Είναι μόνον όλο κι όλο ένας νους που τελικά προσπαθεί να παίξει το ρόλο κεντρικού επόπτη; Είναι μια σωματοψυχή ολάκερη που με τα τρισεκατομμύρια κύτταρα και υποατομικά σωματίδια της προσπαθεί να ψηλαφήσει τον κόσμο; Είναι το τέλος του εαυτού η επιδερμίδα ή οι σχέσεις και η γνώση του τον φτάνουν μέχρι το πυρ το εξώτερον, τα όρια του σύμπαντος και ακόμη πιο πέρα ή μέσα; Είναι αυτό που πιάνει η όραση ή η ενόραση του; Ποιά είναι η σχέση του πεπερασμένου εγώ (η προς το παρόν ταυτότητα) με το άπειρο (ο προς το παρόν μη εαυτός); 

Να μια φευγαλέα εικόνα : Είμαστε μαγματικές ψευδο-ομοιοσυστάσεις. Που λόγω των κεντροβαρικών τοπικοτήτων μας και λόγω μίας κάποιας εσωτερικής αναδίπλωσης αναγνώρισαν ρυθμούς, έκαναν διακρίσεις, έστησαν διαστήματα και χρόνους κι έτσι διέκριναν ασυναίσθητα κατ’ αρχήν και αργότερα πιο συνειδητά το αντίπολο του εαυτού και του Άλλου που σχηματίζει τον υπόλοιπο κόσμο. Φανταστείτε την εξής εικόνα: παίζονται όλα τα τραγούδια ταυτόχρονα και ο αυθαίρετος προσωρινός εαυτός με τις αυτό-αλλοιώσεις του και το ξεδίπλωμα του σα τραγούδι προσπαθεί να καταλάβει τους χορούς. Όταν μιλάμε για αυτή τη φυγή ή πτώση από τη σιωπή του μηδενός, μιλάμε για ένα οντολογικό παράδοξο που αν επιχειρήσουμε να το εξαντλήσουμε θα εξαντληθούμε στο να φτιάχνουμε ιεραρχίες και δίπολα μεταξύ διασύμπαντος και σύμπαντος, γαλαξιών και γαλαξία, αστερισμών και αστεριών, ήλιων και πλανητών, πλανητών και ανθρώπων, ανθρώπων και μικρόκοσμου και να ψάχνουμε τελικά σε πόσα τραγούδια άλλης κλίμακας και σε πόσες οκτάβες συμμετέχουν οι όποιοι παρατηρητές ταυτόχρονα. Ανάλογα το πόσο λεπτοφυές είναι το τμήμα της ψυχής στο οποίο αναφερόμαστε, αυτό συμμετέχει και σε ένα άλλο τραγούδι-κόσμο. Σε μια άλλη οκτάβα. Έχουμε πραγματική επίγνωση όλων αυτών; Όχι, βέβαια. 

Αν αφαιρέσουμε λοιπόν τεχνηέντως την όποια διάθεση να απαντήσουμε το ίδιο το οντολογικό παράδοξο, μπορούμε να επισημάνουμε το εξής: Όπως διαφαίνεται η ίδια η διεργασία νοηματοδότησης προϋποθέτει  την ύπαρξη κάποιας ταυτότητας/έμβιου νοήματος το οποίο όμως παραμένει εκ των πραγμάτων ένα ασύλληπτο γεγονός, ένας άπιαστο όνειρο, μία μοναδικότητα που βρίσκει τρόπο να αποκρύπτεται από τον εαυτό της. Το κλασικό παράδειγμα με το κυνήγι της ουράς. 

Η απροσδιοριστία αυτή και η ασάφεια δεν είναι μία υπεκφυγή ούτε μία τραγική ειρωνεία αλλά ο καθεαυτού πυρήνας του οντολογικού παραδόξου (το οντολογικό παράδοξο το ορίζουμε σαν τί είναι ο κόσμος, τι είμαι εγώ, ποιο το νόημα σε όλα αυτά … και ερωτήματα συναφή που όσο και να ανακυκλωθούν θα μένουν σκωπτικά πάντα … και πάντα αναπάντητα). Ποτέ δε μπορεί κανένα μέρος να ολοκληρώσει και να κατανοήσει το όλον, παρόλο που η σχέση του με το όλον … το καθιστά το ίδιο «το όλον». Η όλη επιχείρηση νοηματοδότησης ή παρατήρησης το εαυτού και του κόσμου είναι ένας φαύλος κύκλος και η ίδια η αιτία και το αποτέλεσμα που κάνει το ένα πολλά, τη μονάδα πολλαπλότητα και γεννά από το άηχο κενό τον κόσμο και τον εαυτό (έτσι τα βλέπει at least το μέρος δλδ ο πρόσκαιρος εαυτός).

Οι εσωτερικές παραδόσεις έχουν κάνει λόγο για την ανάγκη μίας κεντροβαρικότητας και  ενότητας στο ανθρώπινο σώμα αλλά και για τις διαφορές σε κλίμακα και ουσία της παγκόσμιας ψυχής, της ψυχής του κόσμου, της ψυχής του πλανήτη, των εθνικών, ομαδικών, συγγενικών ψυχών, των πυρών που διατρέχουν τα σώματά μας κοκ. Ανάλογα με την προοπτική αλλάζουν τα συστήματα συντεταγμένων και τα αυθαίρετα όρια του εαυτού και του μη εαυτού. Θέλοντας και μη, γνωρίζοντας ή όχι, όλα συμμετέχουν σε κινήσεις και υπάρξεις μεγαλύτερες εξ’ αυτών. Το «ανθρώπινο ον» ως άτομο είναι μέρος του υπογαστρίου μεγαλύτερου όντος, ο πλανήτης μέρος άλλου μεγαλύτερου, το πρόσωπο γίνεται κάποτε Πρόσωπο, ο δεύτερος φιλοσοφικός λόγος στους ατέρμονους ρυθμικούς κύκλους και ξεδιπλώματα της ζωής θα γίνει ίσως κάποτε Δημιουργός αλλάζοντας σύσταση και έργο. Κι ο αδιεπέραστος κύκλος του υφαντόκοσμου ή καλύτερα οι κατά σειρά στοιβαδωτοί και σπειροειδείς κύκλοι ανάλογα το σύστημα συντεταγμένων, τρώνε την ουρά τους ορίζοντας κατώφλια, πέπλα και όρια αφάνειας. Οι αναφορές για τον υφαντόκοσμο δεν τελειώνουν.

Αν θέλαμε συμπερασματικά να μιλήσουμε για το μυστήριο της σχέσης του πεπερασμένου εγώ (η προς το παρόν ταυτότητα- έμβιο νόημα) με το άπειρο (ο προς το παρόν μη εαυτός) θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής: Όταν η ανάγκη για κεντροβαρικότητα ενός πολύκεντρου όντος όπως ο άνθρωπος, ή η επιθυμία για τη«μακαριότητα της Νιρβάνα»(ενώ δίπλα ο κόσμος καίγεται) ή και η επιθυμία για ενότητα σε ένα κλειστό σώμα μερικών εκατομμυρίων ή δισεκατομμυρίων κυττάρων, παραγνωρίζει τις ευρύτερες κλίμακες, καταλήγει εγωπαθική ματαιόδοξη προβολή του πεπερασμένου προς το άπειρο. Καταλήγει άλλοτε κουτή μέθη κι άλλοτε ανόητη ψευδαίσθηση. Μία φαυλότητα. Μία σαμσάρα. Η διάθεση απάντησης του οντολογικού παραδόξου μέσα από μία τέτοια στάση δεν είναι παρά μία τάση προς βρικολάκιασμα της ίδιας της ύπαρξης. Ένας κακός εωσφορισμός. Το να παραγνωρίζουμε πως το όποιο κέντρο βάρους είναι μέρος της περιφέρειας άλλων κέντρων έξω από μας και τούμπαλιν και ότι όλα συνδέονται  με όλα μέσω των άλλων είναι ένας αυτό-εγκλωβισμός. Μία αυτό-παγίδευση που οδηγεί σε μικρά σατανικά πρόσκαιρα εγώ και ψευδή καθρεφτίσματα. Μία πτώση που καμία σχέση δεν έχει με τις ιερές αναδιπλώσεις της ζωής όπου όλα ζουν και όλα κάποτε πεθαίνουν.

Μια τέτοια τροχιά αναζήτησης ενός κλειστού νοήματος, ενός κοσμοειδώλου που θα ικανοποιήσει την αυτάρεσκη πρόσκαιρη εγωκεντρικότητα, περιγράφεται από τη λαϊκή εικόνα για το «κέντρο του κόσμου». Το υποκείμενο στην προσπάθεια απάντησης του οντολογικού παραδόξου ταυτίζει άλλοτε το σώμα του, άλλοτε το χωριό του κι άλλοτε  τέλος πάντων τους μικρούς ή μεγάλους κόσμους του με κάποιο κέντρο. Κι έτσι η παγιδευτική αυτή πρόθεση του στερεί την δυνατότητα να δει το προφανές: δεν υπάρχει καθολικό ούτε απόλυτο νόημα. Εκεί που στρέφει την προσοχή το υποκείμενο εκεί είναι που επιχειρεί να ανατάμει το ζώον σώμα του κόσμου που υπάρχει… και τη σχέση του πρόσκαιρου εαυτού με τον μη εαυτό. Τα νοήματα-ταυτότητες εκδηλώνονται κατά τόπους και χρόνους και χάνουν κάθε βάρος και εγκυρότητα όταν αυτά τα δύο αλλάζουν θέση και κλίμακα. Αυτό που είναι απλά είναι. Το οντολογικό ερώτημα που προκύπτει εκ των υστέρων είναι απλά ένας απόηχος και οφείλει να μένει πάντα ανοιχτό, εκτός κι αν έχουμε διάθεση για φιλοσοφικά παιχνιδίσματα και τοπικές ψευδο-κατανοήσεις. Τα όποια νοήματα αφορούν μόνο τα μέρη αυτού που υπάρχει. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια κασέτα που οδηγεί σε ταυτίσεις και παγιδεύσεις. Μη παίρνετε λοιπόν και πολύ σοβαρά το ότι γκρεμίστηκαν τα νοήματα του χθες σας. Γιατί τι ίδιο θα πρέπει να κάνετε και αύριο για τις σημερινές σας νοηματοδοτήσεις.