27 Δεκ 2014

Δεν είμαι. Είμαστε.



Όταν η σκέψη στην προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού της φτάνει να φλερτάρει με το απολύτως αφηρημένο, βλέπει ότι υπάρχει ένα σημείο έπειτα από το οποίο δε μπορεί να υπάρξει κάτι. Ένα σημείο έπειτα από το οποίο ακόμη και η ίδια ιδέα της υποστάσεώς της φαίνεται να διαλύεται. Αναρωτιέται τότε τί από όλα αυτά τριγύρω έχει πραγματικά υπάρξει και τί από όλα έχει πραγματικά συμβεί. Είναι σαν κάποιου είδους έξοδος ή ρήξη. Μία αφύπνιση θα έλεγε κάποιος ή μία συνειδητοποίηση ενός ονείρου ίσως για να το πούμε καλύτερα. Όταν ξυπνά κάποιος από όνειρο όμως, ένα οποιοδήποτε όνειρο,  το όνειρο στο οποίο ήταν μέσα που έχει πάει στα αλήθεια; Τι ήταν ο ίδιος όταν βρισκόταν εκεί μέσα και κυλούσαν οι στιγμές; Και πως άραγε μπορεί να είναι σίγουρος ότι έχει στα αλήθεια ξυπνήσει; 


Αυτό που συμβαίνει μετά από μία αφυπνιστική συνειδητοποίηση δεν είναι ότι ξαφνικά κοιτά κανείς το μαξιλάρι και συνειδητοποιεί ότι έχει λάβει χώρα μία κάποια μετατόπιση από κάτι προηγούμενο. Όχι, όχι,  το μόνο που έχει συμβεί είναι ότι κάποιος προγραμματισμός και κάποιες ψευδαισθήσεις εξαλείφτηκαν. Στην περίπτωση της τριβής με το απολύτως αφηρημένο στην οποία αναφερόμαστε, η σκέψη φλερτάρει ουσιωδώς με το δικό της πέρας και το δικό της θάνατο γιατί τίποτε δε μπορεί να υπάρξει μπροστά στο απολύτως αφηρημένο. Στην ιδιαίτερη αυτή περίπτωση το λοιπόν, η σκέψη κονταροχτυπιέται με τα στεγανά της ίδιας της ταυτότητας. 

Και τι συμβαίνει; Κάτι που πάντα υφίστατο αλλά μόλις τώρα ήρθε στην επιφάνεια της συνείδησης: Ένας παράδοξος διαχωρισμός. Ένας διαχωρισμός μεταξύ του υποκειμένου και της σκέψης του. Μεταξύ του νου και του περιεχομένου του. Μεταξύ του λόγου και της γλώσσας. Της καρδιάς και του συναισθήματος (ψυχονοητική διέγερση). Του όποιου κέντρου και της όποιας περιφέρειας ή της όποιας παρέκκλισης από αυτό. Μία παραδοξότητα που θέτει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο τον τελικό σκοπό του νου, που είναι να γνωρίσει τα περιεχόμενα του («γνώθει σε αυτόν»), αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να θέτει σε κίνηση τα πάντα δημιουργώντας το χώρο, λόγω ακριβώς του διαχωρισμού και της ανομοιογένειας που έπεται του τελευταίου. 

Όσο πλησιάζει κανείς λοιπόν το απολύτως αφηρημένο, αυτό του δίνει την πιο αποστομωτική απάντηση στο αιώνιο ερώτημα του «τι είμαι»: Αποταυτιζόμενος από τις σκέψεις μπροστά στο αφηρημένο, ακόμη και η ίδια η επίγνωση της ύπαρξης του καταρρέει, αφού καταρρέει ο ίδιος της ο χώρος. Φτάνει ο νους στο κατώφλι αυτό της οριακής ακινησίας λοιπόν, όπου τίποτε δε μπορεί να υπάρξει, τίποτε δε μπορεί να κινηθεί και όλα είναι νεκρά και κενά (νοητική σταύρωση) και συνειδητοποιεί τα όρια της δικιάς του ανυπαρξίας. Έτσι ο ωκεανός όλος της ύπαρξης εξαφανίζεται μπροστά από τα μάτια και αυτό που μένει είναι μία συμπυκνωμένη απειροελάχιστη στιγμή, ένα σημείο που οριακά λόγω της μη ποσότητας του και του μη δυναμικού του γίνεται «μη σημείο».

Τίποτε δε μπορεί να μείνει για πολύ παγωμένο σε αυτή τη μη κατάσταση. Υποχρεωτικά και αναπόδραστα το υποκείμενο παίρνει την επιστρεπτική οδό και εισέρχεται ξανά εντός των ορίων που για αυτό είναι φίλια και οικεία. Δε μπορεί όμως να συνεχίσει όπως προηγουμένως. Και αυτό γιατί κάτι έχει μείνει πίσω μετά από αυτή τη διαδικασία. Κάτι έχει χαθεί. Ένα δαιμόνιο εξοστρακίστηκε στη σφαίρα της αρνητικής υποστάσεως και μία ρίζα εναποτέθηκε στο άκτιστο. Ένα φάντασμα έμεινε κάπου στον άδη. Το υποκείμενο ερχόμενο σε πλήρη αντίθεση με τον εαυτό του μπροστά στον καθρέφτη του απολύτως αφηρημένου που μπορεί καθρεφτίσει τα πάντα, είδε την δικιά του ανυπαρξία. Ποιο ήταν το είδωλο και ποιο το αντι-είδωλο;  Πότε τελειώνει αυτό το όνειρο; Που ή ποια είναι η αιτία των πάντων; 

Τέτοια ερωτήματα είναι πολύ μακριά από αυτό που ο μέσος νους αποκαλεί αλήθεια και από αυτό που θεωρεί εγκατεστημένη πραγματικότητα. Αυτή έχει βλέπετε τα δικά της στιβαρά επίπεδα φαντασιοπληξίας και παραίσθησης. Τους δικούς εσωτερικούς ορθολογισμούς και τις δικές της τοπικές αρχές. Δεν είναι κακό αυτό. Είναι μέρος της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων. Το ανθρώπινο είδος όπως και να το κάνουμε βιώνει το δικό του όνειρο, το δικό του συλλογικό βαθύ ύπνο και τη δικιά του φανταστική αφήγηση της ιστορίας για το πραγματικό, πολύ μακριά από τα ύψη αφαίρεσης που δύναται να φτάσει ένα μεμονωμένο υποκείμενο. Συνήθως το έσχατο ερώτημα της ύπαρξης παραμένει ιστορικά μακριά της όποιας συλλογικής διάνοιας, καθότι παρόλο που μπορεί να τίθεται ίσως από κοινού, πρωτίστως επιχειρείται να απαντηθεί προσωπικά. Σφάλμα. 

Είναι δύσκολο βέβαια να μεταδώσει κανείς μία προσωπική εμπειρία όταν αυτή αμφισβητεί εν τέλει το ίδιο το πρόσωπο του.  Ιδιαίτερα μάλιστα αν λάβουμε υπόψη ότι η ανθρωπότητα δεν έχει καταφέρει ακόμη να ξεπεράσει τα ιστορικά συμπλέγματα της, τα επιμέρους ερμηνευτικά φίλτρα της, και κατ’ ουσία δεν έχει ποτέ ασχοληθεί με την πραγματική αυτοεικόνα της χωρίς να υποπίπτει σε ανώριμες ολοκληρωτικές προβολές.   Ίσως αν κάποτε η κοινωνία γίνει άνθρωπος και η ιστορία πρόσωπο, μπορεί να θέτουμε το ερώτημα στη σωστή βάση του «τι είμαστε».

Προς στιγμήν δε θα μας απασχολήσει το συλλογικό. Μας ενδιαφέρει η σκέψη που ακολουθεί την επιστρεπτική οδό από τη χώρα του εξώτερου πυρός. Όσο λοιπόν για το υποκείμενο ακόμη τροφή δεν έχουν γίνει τα υποατομικά σωματίδια και υφίσταται πρόσωπο, η ζωή γίνεται ένα αντίγραφο του παλαιού της προγραμματισμού στο επίπεδο της απτής πραγματικότητας του συγκεκριμένου ονείρου στο οποίο και το υποκείμενο υποχρεωτικά συμμετέχει. Βλέπει το υποκείμενο τη συναινετική πραγματικότητα -τις συμβάσεις δλδ που έχουν κάνει οι γύρω του για να εξηγούν τα πράγματα- σαν κώδικα ενός matrix για να το πούμε έτσι κάπως περιπαικτικά. Και ζει πλέον ως ένα πρόγραμμα, μόνο που ο παλιός εαυτός έχει εξαφανιστεί όπως μερικοί κόκκοι αλάτι στον ωκεανό. Ο κόσμος λοιπόν καταλήγει για αυτό το υποκείμενο στην ίδια ακριβώς κατάσταση στην οποία κατέληξε η ιδέα της υποστάσεως της σκέψης όταν φλέρταρε με το απολύτως αφηρημένο. Είναι καθόλα πραγματικά δηλαδή και τα δύο στην ουσία τους αφού δε μπορούν να τελειώσουν, αλλά πλάνη κατά βάθος στο ολοκλήρωμα τους. 

Ας εξηγήσουμε το τελευταίο: Η σκέψη δε μπορεί να τελειώσει γιατί δεν μπορεί ποτέ να αναιρέσει τον εαυτό της ως σκέψη, παρόλο που έρχεται αντιμέτωπη με την ανυπαρξία της όταν αντικρίζει το απολύτως αφηρημένο. Και το σκεπτόμενο υποκείμενο, παρόλο που ερχόμενο αντιμέτωπο με το απολύτως αφηρημένο πέταξε από πάνω του ένα σημαντικό μανδύα ερμηνευτικών φίλτρων και παραισθήσεων, συνειδητοποιεί ότι ως μερικότητα πάντα υπό κάποιες συμβάσεις θα ερμηνεύει τα πράγματα.  Είναι σημαντική για την μερικότητα αυτή η συνειδητοποίηση, ότι δλδ εξ’ ορισμού της αδυνατεί και θα αδυνατεί να εξηγήσει τα πάντα όπως αυτά είναι γιατί απλά δε τα χωράει. Είναι σημαντική η συνειδητοποίηση του πλανερού του όποιου ολοκληρώματος. Για αυτό και ο κόσμος είναι και θα είναι πάντα κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του.

Ακόμη και να συλλάβει κάποιος αυτά για τα οποία μιλάμε δεν είναι κάτι εύκολο. Για αυτό άλλωστε και για τους περισσότερους είναι ευκολότερο  να συγκεντρώνουν την προσοχή τους και την προσπάθεια τους στην αλλαγή της συνείδησης τους (και άρα του κόσμου τους) υπό κάποιο πρίσμα, κάποιου αρχετύπου, κάποιας ενωτικής ιδεολογίας ή κάποιας ιδέας εν πάσει περιπτώσει για κάποια ολότητα ή σύνολο, που δεν είναι όμως στην περίπτωση τους παρά συγκεκριμένη προβολή ή αφαίρεση του υπάρχοντος ονείρου τους. Είναι κάτι πεπερασμένο δηλαδή που το ανήγαγαν σε απολυτότητα. Μία ιδέα. Ένα σύστημα. Μία ιδεοκρατία, μία τοπικιστική ουτοπία, ένας παράδεισος με κιγκλιδώματα και φλεγόμενα σπαθιά να τον περιορίζουν. Κάτι δηλαδή πολύ μακριά από την πραγματική ενότητα των πάντων. Ένα κουτό τοπικό ιδεατό πλήρωμα ή συντέλεια. Κι εν τέλει, μία ιδεοληψία ή φαυλότητα.

Είναι πολύ μικρό ακόμη το ποσοστό εκείνο των αναζητητών που έχουν τη νοητική φυσική κατάσταση και δύναμη να στοχεύσουν σε μία συνείδηση που θα εγκαθιδρυθεί σε αυτό που οι παραδόσεις αναφέρουν ως  vast face, άκτιστο ή ανεκδήλωτο. Στο σπάσιμο του ουροβόρου.  Στις ρίζες του αφηρημένου όντος και όλων των πραγμάτων και όλων των υποστάσεων. Στην άμμο πάνω στην οποία χτίζει τα παλάτια της η ζωή. Στην έρημο από την οποία αναβλύζει το ρεύμα της ύπαρξης. Αν δε δρομολογηθεί βεβαίως μία τέτοια γυμνή οπτική δε πρόκειται να υπάρξει και τέλος της ιστορίας ή έξοδος από το σπήλαιο ή matrix της συλλογικής αφήγησης.

Η διαδικασία εγκαθίδρυσης της συνείδησης σε αυτό το μυστήριο άγνωστο κενό τίποτα περιλαμβάνει διακρίσεις απάρνησης αυτού που αναφέραμε νωρίτερα ως ιδεατό ή ιδανικό όνειρο ή κόσμο. Διαδικασίες δηλαδή απάρνησης οποιασδήποτε ουτοπίας ή παραδείσου. Στη πράξη οι περισσότεροι βρίσκουν πολύ δύσκολο να αποκηρύξουν την όποια μυθοπλασία η οποία έχει γίνει η αγαπημένη της καρδιάς τους και ουσιαστικά όπως το βλέπουν και το βιώνουν γεμίζει όλο τους το σύμπαν.

Ας διευκρινίσουμε κάτι εδώ. Η λογική που φλέρταρε με το απολύτως αφηρημένο και  έθεσε το υποκείμενο ενώπιον του μηδενός, του υποτιθέμενου κενού τίποτα, δεν αρνείται το ένα. Είναι μία διαδικασία διεύρυνσης της αυτογνωσίας που δε μπορεί να την αποφύγει στην πορεία του αυτοπροσδιορισμού της η σκέψη. Το άκτιστο ή ανεκδήλωτο εδώ το αναφέρουμε μόνον ως θέσφατο. Σαν ένα σχετικό κατώφλι. Ένα σύνορο κατανόησης. Ένα τσόφλι. Καθόλα προσωπικό στο τέλος και καθόλα φανταστικό για τον καθένα. Και είναι θέσφατο γιατί το αρχικό ερώτημα του «τι είμαι» δεν απαντήθηκε και δε πρόκειται ποτέ να απαντηθεί από τη σκέψη όπως και το ερώτημα για το ποιος κοιμάται και ποιος ονειρεύεται. Καμία σκέψη δεν είναι δυνατόν να βεβαιώσει την συνειδησιακή επίγνωση της λειτουργίας της γιατί πολύ απλά αυτό τη θέτει οριακά έναντι στον εαυτό της να κυνηγά τις ουρές των απείρων δυνητικά απολήξεων της. 

Από το τελευταίο και μόνο συμπεραίνει κανείς πως τα όποια ερωτήματα στην προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού της σκέψης, δεν μπορούν να έχουν να κάνουν με τα συχνά αναφερόμενα δίπολα όπως τον ορισμό του απολύτου και μή απολύτου ή του αληθινού και μη αληθινού. Ούτε με την υπερκέραση του όντος ή του μη όντος ούτε ή με την κατάφαση ή την απόφαση του εαυτού. Γιατί η σκέψη η ίδια αναιρεί τον εαυτό της όταν επιχειρεί να παρακάμψει όλο το εύρος της πραγματικότητας που τη γέννησε, τη στιγμή μάλιστα που κατά βάθος γνωρίζει ότι το ίδιο μυστήριο που γέννησε την ίδια τη μοναδικότητα της, γέννησε και όλα τα άλλα τριγύρω που δεν τα θεωρεί δικά της ή συγγενικά και φίλια (δεν ασχολούμαστε καν με τους άρρωστους που νομίζουν ότι από παρθενογένεση εντός του μυαλού τους έχουν γεννηθεί όλα και όλα είναι κατασκευάσματα του). Και γιατί η σκέψη με αυτό τον τρόπο αρνείται τη συνέχεια των πραγμάτων. Άρα μήπως αφού δε μπορεί να παρακάμψει το εύρος πραγμάτων εντός του ορίζοντα γεγονότων της, ούσα συνέχεια αυτών, το να τίθεται το όποιο ερώτημα στον πληθυντικό γίνεται μονόδρομος; 

Φτάσαμε στην αναφορά στο συλλογικό και επιστρέφουμε σε αυτό που κάναμε νύξη νωρίτερα: Οι κατακερματισμένες, ασυνεχείς οπτικές του ιστορικού ανθρώπου φέρουν ιδεολογία, θεό,  απόλυτη αναφορά ή για να το πούμε απλά σύστημα θεώρησης.  Αυτές τις   οπτικές είναι που οφείλουμε να αποψιλώσουμε ως φαντασιόπληκτες ώστε να απογυμνώσουμε το φαντασιακό μας οίκο από ουτοπίες που μεγενθύνουν δυσανάλογα κάποια μέρη από τη συνέχεια των πάντων δημιουργώντας ανισορροπίες, τερατώδεις ιεραρχίες κλπ. Αυτό δε θα το κάνουμε γιατί ένα σύστημα θεώρησης είναι κάτι το κακό. Ούτε βέβαια γιατί αμφισβητούνται ίσως οι αρχές του ντετερμινισμού και των λογικών οικοδομημάτων. Όχι. Η αιτιοκρατία άλλωστε εξυπηρετεί εξαίσια τη σκέψη ανάλογα το σύστημα αναφοράς της τελευταίας (διαλέξτε όμως σωστά το σύστημα αναφοράς κάθε φορά και μην το αναγάγετε σε απόλυτο). Ούτε γιατί αρνείται κανείς την τάξη, το μέτρο ή την ίδια την ζωή. Αλλά ακριβώς για το αντίθετο. Ακριβώς για την αρμονία και το μέτρο και την συνέχεια των πραγμάτων. Ακριβώς από σεβασμό στο ίδιο το όνειρο. Από σεβασμό στην ύπαρξη, τον κόσμο και τη ζωή. Βλέπετε είναι άλλο πράγμα να έχει κάποιος ένα σύστημα θεώρησης που ερμηνεύει τα πράγματα και τελείως διαφορετικό να προσπαθεί να δει τη συνέχεια των πάντων χωρίς φίλτρα ερμηνείας. 

Εδώ αν δεν έγινε αντιληπτό μιλάμε για κάτι πολύ βαθύτερο από ένα απλό πείραμα και μία επιβεβαίωση νευτώνειου νόμου σε κλειστό γεωκεντρικό σύστημα. Εδώ γίνεται λόγος για την κβαντική θεώρηση του ενεργού παρατηρητή και τίθεται εξ’ αρχής υπό αμφισβήτηση η όποια συζήτηση περί του φιλοσοφικού αίτιου των αιτιών ή ακίνητου πρώτου κινούν και λοιπών αφορισμών. Τίθεται εξ’ αρχής υπό αμφισβήτηση ακριβώς διότι όπως είδαμε η ίδια η ζωή θέτει κάτι τέτοιο ως άρρητο. Η σκέψη δεν δύναται να το προσεγγίσει χωρίς να συγκρουστεί με τα τείχη του απολύτως αφηρημένου. Κάθε τι είναι αίτιο και αιτιατό σε αυτό τον άπειρο βρόγχο μερικοτήτων. Είναι προσβολή στο όνομα της ζωής αν προτιμάτε να το θέσουμε έτσι, να μιλάς για το πέρας της, για το αίτιο ή την αρχή της. Είναι προσβολή να ρωτάει κανείς «τι είμαι». Δεν υπάρχει κάτι μόνο ή απομονωμένο. Υπάρχει μόνο το μερικό(σε πληθυντικό αριθμό) και το μερικό μόνο μπορεί να υπάρχει σε συνέχεια κάποιου άλλου. Τέτοιο είναι το τελικό ένστικτο επιβίωσης της ζωής ώστε να καταφέρνει πάντα να αποκρύπτει το πρόσωπο της από τον εαυτό της.

Αυτό λοιπόν που επικρίνουμε είναι η φαύλη φαντασιόπληκτη τάξη, η κουτή ιδεολογία και ο τοπικίστικος παράδεισος της μερικότητας που θέλει να προβάλει τον εαυτό της στο σύνολο των πάντων. Μα όταν η ιδέα της υποστάσεως δεν μπορεί να μην είναι εξαρτώμενη όλης της υπάρξεως, όταν το μερικό δεν μπορεί να μην είναι και συναρτήσει του όλου (και αυτό είναι κάτι παραπάνω από ένα άθροισμα ή γινόμενο των μερών του), όταν το Ω υπάρχει λόγω και του Α και το πρόσωπο θέλει εαυτόν κάπου στρέψει, δε μπορεί το υποκείμενο να χτίζει συλλογιστικές αποκλειστικά πάνω στον εαυτό του ή πάνω σε ένα ιδεατό βαβελικό οικοδόμημα σαν προέκταση των δικών του φαντασιοπληξιών και ενορμήσεων. Δε μπορεί ο ναρκισσισμός να κυριεύει την πρόθεση και η λίμπιντο την κρίση. Μόνον όταν κάποιος κατανοεί τη συνέχεια των πάντων έχει βάλει τις βάσεις για να κατανοήσει τη σχέση του και την αλληλεπίδραση του με τους άλλους και τον ίδιο του τον εαυτό.

Ίσως κάποτε να μπορούμε να κάνουμε κουβέντα για το πώς θα καταφέρουμε να ιδρύσουμε οργανωμένα και θεσπισμένα εργαλεία τέτοια, που να επιτρέπουν το καθάρισμα του φαντασιακού μας οίκου, την αυτοπαρατήρηση, τη διαύγαση, και την φανέρωση τελικά των αυταπατών μας, ώστε να αποτρέπονται οι ουτοπικές προβολές από τις μερικότητες και να επιτρέπεται η νέα ζωή να γεννιέται οργασμικά και ακραιφνώς. Πριν ακόμη όμως φτάσουμε εκεί -κι αν προλάβουμε δίχως να αυτοκαταστραφούμε- οφείλουμε να εξασκήσουμε την πιο απλή άσκηση. Άσκηση που φοβάται ο μαζάναθρωπος της fast food ιδεολογίας. Ποια είναι αυτή;  Nα θέτουμε διαρκώς όρους εξόδου και όρους εισόδου από και προς το όνειρο ή Όνειρο, κόσμο ή Κόσμο. Πες τε τα όπως σας αρέσει. Να θέτουμε δηλαδή τον εαυτό σε μία κατάσταση μόνιμου και διαρκούς ελέγχου και μεταμόρφωσης (δεν νοείται «φωτισμένος», η «φώτιση» και η αυτοσυνειδησία είναι μία αεί διαδικασία). Να κινούμαστε δλδ πάνω στα όρια της πραγματικότητας, μεταξύ του εκδηλωμένου και του ανεκδήλωτου, σε άμεση αντιπαράθεση με το απολύτως αφηρημένο, σαν επόπτες του εαυτού μας.

Μετά απο όσα έχουμε πει το ερώτημα του «τί είμαι», από τη στιγμή που δεχτούμε ότι ο άνθρωπος έχει αναγνωρίσει την περατότητα του και την ανάγκη του να ερευνά τον εαυτό του, και από τη στιγμή που αυτή η ίδια του η φύση προς αυτογνωσία τον ωθεί ως δύναμη ή δαίμονα,  μπορούμε να το μετατρέψουμε στο ακόλουθο: Μέχρι ποιο σημείο έχει ο άνθρωπος το δυναμικό να αλλάξει ή να μεταμορφώσει τη φύση του ώστε να εκδηλώσει και να ερευνήσει τη γνώση του εαυτού; Είμαστε αυτό που ζητάμε να μάθουμε για τους εαυτούς μας ή δεν είμαστε; 

Αν τον περισσότερο χρόνο ο άνθρωπος κοιμάται -όρθιος ή ξαπλωτός δεν έχει σημασία- ε,ναι τότε ο ύπνος είναι η φύση του και δεν έχει καμία ελπίδα.  Αλλά ποια είναι η πραγματική φύση των ανθρώπων; Τι είμαστε; Ας ρωτάμε μόνο αυτό αν είναι να ρωτάμε κάτι απλό.  Όχι «τί είμαι». Γιατί ως ερώτημα συνεχίζει να είναι αυτοαναφορικό, αλλά αφαιρεί έντεχνα το επίπλαστο πέπλο του όποιου θεομορφικού ή ιδεοκρατικού οράματος, που έως τώρα ιστορικά ήθελε να αναγάγει τα πάντα σε κάποια, μερικοκεντρική ή από αποκαλύψεως, φαντασιόπληκτη απολυτότητα. Μόνον έτσι θα ιδρύσουμε μία ιεραρχία γνώσης που επιβεβαιώνει τους περιορισμούς της ανθρώπινης αντίληψης και τερματίζει την έπαρση της παραίσθησης να αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος την ιδιοσυγκρασία του και τη φύση του ως κάτι άλλο από αυτό που είναι.  «Τί είμαστε» λοιπόν. Όχι «τί είμαι». Δεν είμαι. Είμαστε.