8 Ιουν 2013

Ο λαβύρινθος της σκέψης

(Περί κρίσεων και διακρίσεων)



Προσπαθήσατε κι εσείς να βρείτε τον τρόπο να σύρετε τα κομμάτια της σκέψης μακριά από τις αρχικές τους θέσεις; Προσπαθήσατε να βρείτε τη σχισμή του κουτιού, να βρείτε αυτή την αρχική και τελική διάταξη των πραγμάτων που θα καταλαγιάσει τη φαυλότητα της λογοκρατίας του νου; Προσπαθήσατε αλλά το μόνο που καταφέρατε ήταν να δημιουργήσετε δέκα ακόμη γρίφους ή την ευκαιρία για έναν ακόμη λαβυρινθώδες εποικοδόμημα αντάξιο του προβλήματος της λογικής σας; Τι κι αν η επανατοποθέτηση εννοιών γινόταν ελεύθερα όπως πιστεύατε, ε;  Τι κι αν η σημασιοδότηση της αίσθησης που αναβλύζει από παντού γινόταν με υφαντική ακρίβεια  και η διαδικασία ανάπτυξης της συλλογιστικής σαν φιλοσοφικό δρώμενο, θύμιζε κάποια τελετουργική ανάγνωση των βαθύτερων ινών της μνήμης.  Ξέρω, ξέρω, οι κόμβοι της όποιας διαδρομής γινόντουσαν ένα τοπίο αραχνοΰφαντο και η ταινία επανερχόταν σαν ένα γιγάντιο κουβάρι  που τελειωμό δεν έχει. Όπως ίσως  η χαρτογράφηση των βυθών ή ταξινόμηση των άστρων του ουρανού. Καλώς ήλθατε στο λαβύρινθο της σκέψης.
Πύργος της Βαβέλ
Όλα τα λογικά συμπεράσματα δεν ξεκινούν από την ίδια θέση. Αυτό είναι φυσικό. Μπορούν όμως κάλλιστα να παράγουν εξίσου «έγκυρα» αλλά τελικά αλληλοσυγκρουόμενα μεταξύ τους (αφού δε ξεκίνησαν από το ίδιο σημείο) συμπεράσματα και άρα να εξασθενούν τα θεμέλια του οποιουδήποτε οικοδομήματος συστηματικής σκέψης. Ακόμη και του πιο ψηλού. Ο Καντ περιέγραψε πως η φιλοσοφία μελετά και σχεδιάζει την ανέγερση ενός τέτοιου οικοδομήματος που η κορυφή του προσδοκά να φτάσει τον ουρανό. Αυτή η Βαβέλ όμως, είναι καταδικασμένη πάντα να αποτυχαίνει ως ένα παράτολμο εγχείρημα που στερείται υλικό για τις αντινομίες της λογικής που προκύπτουν από όλες τις άλλες καθόλα λογικές ακολουθίες οι οποίες όμως ξεκινούν από άλλες θέσεις. Είναι θα λέγαμε αναπόφευκτο η όποια φιλοσοφική διείσδυση ξεκινώντας τη συλλογιστική της ακολουθία να μπορεί να θέσει ως αρχή μία πληθώρα από θέσεις. Μία πληθώρα αλλά όχι όλες.  Ξεκινώντας λοιπόν από μία οποιαδήποτε διακριτή θέση, ή κάποιες εν πάσει περιπτώσει, η κάθε φιλοσοφική διείσδυση είναι καταδικασμένη να αποτυχαίνει όταν συνειρμικά παράγει διακρίσεις επί διακρίσεων, με τρόπους πεπερασμένους που σωρευτικά στοιβάζουν θεμελιώδεις στοχασμούς σα λίθους ενός οικοδομήματος που στοχεύει την πιο ψηλή από τις υψιτενείς αλήθειες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη , όπως είναι φυσικό, την ολότητα των πιθανών θεμελιωδών προτάσεων. Όταν ο κεντρικός λίθος αφαιρεθεί όλο το οικοδόμημα καταρρέει.

«Παράδοξα συνολοταυτιστικής λογικής»
Θα μπορούσα να αναφέρω σαν «παράδοξα της συνολοταυτιστικής λογικής» (ως τέτοιο θα χαρακτήριζα πχ  το Bertrand Russell παράδοξο ή τον πίνακα του Escher πάνω) αυτά που μας δείχνουν πως οποιοδήποτε συστηματικό οικοδόμημα είναι αδύνατον να εποπτευθεί παρά από κάποιον «δαίμονα» ο οποίος είναι εξωσυστημικός :  Όπως έδειξε με το θεώρημα της μη πληρότητας ο Kurt Godel είναι αδύνατον να περιγράψουμε ένα σύστημα με αποκλειστικά ενδογενείς συστημικούς όρους καθώς  αυτομάτως προτείνουμε αξιωματικά κάποιες θέσεις κι έτσι αποκλείουμε στο εξωσυστημικό περιθώριο τα αντίθετα τους. Όπερ και σημαίνει πως δεν θα μπορέσουμε ποτέ μα ποτέ ξεκινώντας με αξιωματικές διακρίσεις να ορίσουμε το «σύνολο το συνόλων» αν θέλουμε να μην αντιβαίνουμε στις ίδιες μας τις θεμελιώδεις προτάσεις-θέσεις που ορίσαμε αξιωματικά. Λόγω του ότι είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε την φιλοσοφική διείσδυση από κάπου, από μία συγκεκριμένη ποσότητα ή ένα συγκεκριμένο θεμελιώδη στοχασμό αν προτιμάτε, εισάγουμε εξ’ αρχής ένα σφάλμα διάκρισης που έχει να κάνει με την απόρριψη του αντιθέτου του από το σώμα του τελείως αφηρημένου συνόλου των πάντων. Με το που προσδώσεις ιδιότητα στο αφηρημένο σύνολο των πάντων, παύει να αναφέρεται στον εαυτό του καθότι του έχεις ήδη αφαιρέσει το αντίθετο της. Κατά  την ίδια αντιστοιχία είναι αδύνατον να περιγράψεις οποιοδήποτε σύστημα αν αυτό δεν γίνει σε αναφορά με τα αντίθετα των θεμελιακών στοιχείων από αυτά που προσπαθείς να εντάξεις εσύ σε αυτό. 
 
Εδέμ
Από τέτοιες αόρατες αναγκαιότητες είναι που οι αντιλογίες ανεπαίσθητα ανακατώνουν όλες τις γλώσσες της πεπερασμένης σκέψης. Στο βιβλίο της «Γένεσης» διαβάζουμε πως ο θεός τοποθέτησε ένα Χερουβείμ κι ένα φλεγόμενο σπαθί να φυλά την είσοδο του Κήπου της Εδέμ μετά την πτώση των πρωτόπλαστων, ενώ νωρίτερα τους είχε θέσει συγκεκριμένες απαγορεύσεις  όσον αφορά την βρώση από το δέντρο της Γνώσης. Και οι δύο διακρίσεις – αφαιρέσεις – απαγορεύσεις περιγράφουν αυτό το πρόβλημα της σκέψης και κατά συνέπεια της «Γνώσης» που περιγράψαμε νωρίτερα. Πλησιάζοντας το συγκεκριμένο (δέντρο) , χάνεις την έννοια του αφηρημένου (κήπος) ενώ τείνοντας προς το αφηρημένο απομακρύνεσαι από το συγκεκριμένο. Όταν ο άνθρωπος οικοδομεί συνθέσεις, που σαν Βαβέλ φιλοδοξούν να φτάσουν σε κάποιο ζενίθ, γεύεται το μήλο των συγκεκριμένων του διαχωρισμών που τον απομακρύνει από την γενέθλιο κήπο της αφηρημένης σκέψης. Αντιθέτως η κίνηση προς το αφηρημένο διαλύει μέσα στον ωκεανό της ομοιομορφίας όλο εκείνο το αλατοπίπερο των λεπτών διακρίσεων που δίνουν νοστιμιά σε κάθε πεπερασμένη θεώρηση που ψάχνει να πιαστεί από κάτι. 

Όσο η σκέψη  παλινδρομεί μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου είναι καταδικασμένη να βλέπει μακριά στον ορίζοντα τα κιγκλιδώματα κάποιου κήπου από τον οποίο είτε ακόμη δεν έχει κάνει τη μεγάλη έξοδο, είτε αντίθετα δεν έχει βρει τα μονοπάτια επιστροφής στη γη αυτή της επαγγελίας. Αντίστοιχα οι διακρίσεις της, σαν λεπτομερείς εξειδικεύσεις, άλλοτε την απομακρύνουν από τον Παράδεισο της με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού, κι άλλοτε της προσφέρουν το «κόκκινο χάπι» ως έξοδο από τη χιμαιρική της Εδέμ - Matrix.

Αρχιτέκτονας
Ένας συνετός αρχιτέκτονας το λοιπόν θα κοιτάξει να κατοπτρίσει τον εαυτό του πάνω στις προσπάθειες του με τέτοιο τρόπο ώστε η συνεύρεση θεωρίας και πράξης να είναι σε συμφωνία με τις πρώτες ύλες που διαθέτει. Ακόμη δηλαδή και τις εσωτερικές. Αυτό σημαίνει πως ο σχεδιασμός οφείλει να επισκοπεί όχι μόνο την εξωτερική προσπάθεια αλλά να καθορίζει ακόμη και την ίδια άσκηση της σκέψης δια μέσω του αναστοχασμού. Είναι τότε που υπό την εγκατάσταση και του 2ου παρατηρητή  όπως αναφέρουν οι παραδόσεις και όχι μόνο («διπλή προσοχή» κατά Γκούρτζιεφ , διαύγαση κατά Καστοριάδη, αυτοπαρατήρηση κατά Καστανέντα), που η συνουσία της εντός ουσίας του υποκειμένου και των κατηγορηματικών μορφών της ίδιας του της κρίσης μπορούν να καταλήξουν σε περαιτέρω αλληλοαπαλοιφές, τέτοιες που οι ίδιες οι αποφάσεις θα ξαναγίνουν εσωτερική πρώτη ύλη σε ένα κύκλο αυτοπαρατήρησης που οριακά σταυρώνει τη σκέψη. Η άνοδος της σκέψης στο απολύτως αφηρημένο, δια μέσω όλων των πιθανών κόσμων της φαντασίας, την καθιστά τον μεγάλο αρχιτέκτονα του συνόλου των πάντων που από το έσοπτρον παρακολουθεί -και μόνον-,  ως ένας απλός «silent watcher»,  τις αλληλοαπαλοιφές των εσωτερικών του στοιχειωδών μονάδων.

Φορέας
Αυτή η αυτοπαρατήρηση της σκέψης εκ φύσεως λαμβάνει διακριτά βήματα καθώς η σκέψη ακολουθεί ακολουθίες λογικές και άρα κατά συνέπεια είναι υποχρεωμένη – όσο δεν έχει φτάσει το υποκείμενο στη νοητική σταύρωση- να συνεχίζει να παράγει διακρίσεις που σημασιοδοτούν και ονοματίζουν. Αυτό που συμβαίνει κατά τη νοητική διεργασία είναι ότι κάθε κρίση εκ των πραγμάτων σχετίζεται με τη μορφή και το περιεχόμενο της μεθόδου που χρησιμοποιεί.  Η κρίση δηλαδή είναι συνάρτηση της μεθόδου που χρησιμοποιείται για να παραχθεί η λογική ακολουθία. Έτσι η λογική της μεθοδολογίας διεκδικεί για τον εαυτό της τη μορφή των διακρίσεων και διατυπώσεων που επιχειρεί η σκέψη. Η μέθοδος συνεπώς, ως ο τρόπος εκείνος που προσδιορίζει το πώς θα εξαχθεί η λογική συνέχεια, αξιώνει για τον εαυτό της και την ονοματοδοσία εκείνων που προσπαθεί να διακρίνει. Ο τρόπος ως φορέας του μηνύματος αξιώνει να γίνει το ίδιο το όνομα που προσπαθεί να ορίσει.

Και πάλι όμως κατά την περιελικτική άνοδο της όποιας αναστοχαστικής μεθοδολογίας που είναι η αναδρομική κρίση των κρίσεων, η σκέψη αποκρύπτει από τον ίδιο της τον εαυτό τον μηχανισμό διάκρισης της μεθοδολογίας που επιλέγει ώστε υποτίθεται να σκοπεύσει εν τέλει εξωτερικευόμενη την σημασιοδοσία του ίδιου του εαυτού. Ο φορέας – μέθοδος κατά παράδοξο κατ’ αρχήν μόνον τρόπο δε μπορεί να προσδιοριστεί. 

Πίστη
Στο παράδοξο αυτό του νου, η μέθοδος της νοητικής διεργασίας ως η πηγή της φαύλης διαδικασίας αναγνώρισης της όποιας πρωταρχικής διάκρισης που πυροδοτεί τη σκέψη στο να εκτοξεύσει μία θύελλα αναστοχαστικών διακριτικών μεθοδολογιών προς την αναγνώριση του εαυτού, δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως ακόμη μία διάκριση. Γιατί ακόμη κι αν σε πρώτο επίπεδο προσδιοριστεί η μέθοδος της νοητικής διεργασίας, η σκέψη θα συνεχίσει να αποκρύπτει από τον εαυτό της τη μέθοδο που ακολούθησε για αυτή την μετα-αναλυτική διαδικασία.  Έτσι το ίδιο της το «είναι», στα πεπερασμένα χωροχρονικά όρια της,  γίνεται κατ’ εξοχήν απροσδιόριστο, καθώς η συλλογιστική της ικανότητα αδυνατεί να βεβαιώσει τη συνειδησιακή επίγνωση της ίδιας  της λειτουργίας της. 

Η σκέψη δε μπορεί τότε παρά να εμπιστευτεί το ότι η μεθοδολογία που ακολούθησε για να απαλείψει εν τέλει όλες τις διακρίσεις είναι η εσωτερική αλήθεια όλων των διακρίσεων. Γεννιέται λοιπόν το πιο θεμελιώδες άρθρο που προτείνει πως αυτό δεν είναι μόνο αυτό που είσαι, αλλά δε μπορεί να βεβαιώσει τι είσαι. Γεννιέται η πίστη.

Ουτοπία
Ξεκινώντας η σκέψη από την εσωτερική ομοιομορφία υποτίθεται της κρίσης της που όπως είδαμε αναστοχαστικά παραμένει απροσδιόριστη, η σκέψη την εξωτερικεύει για να ανακαλύψει πως εξωτερικώς διασπάται και αντιτίθεται στη ίδια. Ο όποιος «αρχιτεκτονικός» σχεδιασμός λοιπόν, ως ένας κατοπτρισμός των ενδόμυχων περιεχομένων της σκέψης, είναι αποσταθεροποιητικός από την πολύ αρχή του, υποβαθμίζοντας τελικά όλες τις φιλοσοφίες σε μία βαβελική πολυγλωσσία, στην οποία ο κάθε σκεπτόμενος οραματίζεται και ένα διαφορετικό ουτοπικό οικοδόμημα.

Η ουτοπία του ενός δε χωρά επ’ ουδενί την ουτοπία του άλλου και δε  μπορεί να είναι ταιριαστές. Έτσι ο κάθε αρχιτέκτων σχεδιάζει τα πράγματα διαφορετικά από τους άλλους και καθώς αντανακλά και καθρεφτίζει τις όποιες διαφορές του, αμφιβάλλει εξ’ ίσου αν το οποιοδήποτε σχέδιο του είναι ικανό να τον ανυψώσει στο σημείο εκείνο, όπου είναι η ενότητα όλων των πραγματικοτήτων και όλων των αληθειών. 


Θησαυρός
Εκεί όμως κάπου χωμένος στο βάθος του λαβυρίνθου της σκέψης υπάρχει ένας θησαυρός. Ένας θησαυρός για τον οποίο ο κόσμος δεν είναι αρκετός. Παρόλο που η σκέψη ξεκινά βαλτωμένη σε μία αχανής και πολυποίκιλη θάλασσα διακρίσεων του αφηρημένου όντος και των πιθανών κόσμων (συνήθως κινούνται έως τη σφαίρα του μυθικού), δεν κάνει τίποτε λιγότερο από το να προσπαθεί να εμφανίσει όλες τις πιθανές εκφάνσεις του αφηρημένου αυτού όντος εντός της αποκρυσταλλωμένης αναγκαιότητας του πραγματικού κόσμου. Η στρέψη της προσοχής στον όποιον πιθανό ή απίθανο και φανταστικό κόσμο είναι και η πυξίδα για το κέρας της αμαλθείας που υποχρεωτικά είναι πάντα μπροστά στα μάτια της.

(1η συνέχεια 30/6)
http://pavlopoulos.files.wordpress.com/2011/08/escherencounter.jpg
Ιδέες
Ναι μεν η προσοχή μπορεί να στραφεί ως τα πέρατα τις πιο μακρινής ουτοπίας αλλά η αναγκαιότητα του πραγματικού κόσμου συνήθως τη γειώνει σε μία κίνηση εντός της σφαίρας της μυθιστορίας. Ο Πλάτωνας είπε για την μεγάλη ομοιότητα των πολλών μεταβλητών πραγμάτων που βιώνουμε ότι μπορεί να εξηγηθεί με την θεωρία των αιωνίων Ιδεών, που ως τέλεια παραδείγματα όλων των παραστάσεων της ζωής, είναι και η αιτία της εμφάνισης συγκεκριμένων πραγμάτων εντός της αντίληψης. Η σκέψη στη θεωρία των αιωνίων Ιδεών του Πλάτωνα επαναλαμβάνεται ατελεύτητα, λες και υπάρχει κάποια μυστική αρμονία μεταξύ των εκδηλώσεων της και των νόμων μέσω των οποίων εκδηλώνεται η λογική.

Η φαυλότητα των ομοίων καταστάσεων κατ’ αρχήν φαίνεται παράδοξη. Δεν είναι δυνατόν κάποιες από τις Ιδέες να είναι προνομιούχες και να ανακυκλώνονται στο φυσικό πεδίο και κάποιες όχι. Αν είναι υπερβατικές και δεν είναι πεπερασμένες σε αριθμό τότε εδώ έχουμε ένα παράδοξο. Πως άραγε γίνεται μόνο κάποιες από τις Ιδέες να έχουν εισέλθει στη σφαίρα του μύθου και ακόμη πιο κάτω στο πεδίο του φυσικού; Αυτό που συμβαίνει δεν είναι ότι κάποιες από τις υπερβατικές ιδέες ξεχώρισαν από κάποιες άλλες, ήταν προνομιούχες ή τίποτε τέτοιο,  αλλά ότι στη πράξη της ζωής λίγο ενδιαφέρει τη σκέψη εκείνο που δε μπορεί να αλλαχτεί.  Μπορεί με αφετηρία το σχήμα του Πλάτωνα τα μονοπάτια μες το μυαλό να φαντάζουν πως έχουν ήδη χαραχθεί σα μοτίβα περιμένοντας τον ερχομό της σκέψης , το μόνο όμως που συμβαίνει είναι πως η σκέψη εκδηλώνεται με μυστηριώδεις αρμονίες σαν το άνθισμα ενός δέντρου που μεγαλώνει και ξεδιπλώνεται ή αναδιπλώνεται  αιωνίως.

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/b/b1/Platon_Cave_Sanraedam_1604.jpg
Σπήλαιο 
Η σκέψη ως κλαδί που σπρώχνει το βέλος της εξέλιξης φέρει όλη την ορμητική διάθεση του κορμού της μυθιστορίας που την δεσμεύει στην αποκρυσταλλωμένη αναγκαιότητα του πραγματικού κατ’ αρχήν και έπειτα του μυθικού κόσμου. Δεν είναι λοιπόν ξεκομμένη αλλά μία συνέχεια ενός οικοδομήματος που συνήθως της περιορίζει τους βαθμούς ελευθερίας. Ενός οικοδομήματος που παίρνει τα χαρακτηριστικά του δικού της πλατωνικού σπηλαίου, εκ του οποίου οποιαδήποτε βίαιη έξοδος μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση και ακρωτηριασμό.

Όταν η καλά θεσπισμένη και αποκρυσταλλωμένη πράξη λοιπόν, στη γνώση μίας κάποιας ξένης και μακρινής αναγκαιότητας που σπρώχνει τη σκέψη να πολλαπλασιαστεί να μεταβληθεί και να αναδιπλωθεί ως την μακρινή ουτοπία υπό την πίεση κάποιων αόρατων λογικών μηχανισμών,  βλέπει πως κινδυνεύει, επιλέγει να οχυρωθεί πίσω από τα τείχη μίας θεωρίας ώστε να γλιτώσει τον κίνδυνο και την αναταραχή. Η διαδικασία αυτή για όσους ειδωλοποιούν κομμάτια μόνο σοφίας και αφοσιώνονται αποκλειστικά στη μερικότητα τους τελικά καταλήγει στη φαύλη αναπαραγωγή του εαυτού και των λογικών εκείνων σχημάτων που συντηρούν ένα κλειστό σύστημα ανάδρασης του ιδίου. 

http://1.bp.blogspot.com/-mCfRsKSybNs/Ty6YNUcQuRI/AAAAAAAAAVE/5onV_oXcfUU/s1600/the-fountain-original.jpg
Έξοδος  
Όμως το απαύγασμα της κατανόησης του αφηρημένου όντος δεν μπορεί να είναι η αναγωγή μίας φαυλοκρατίας και συνεχούς αυτοτροποποίησης κάποιου κλειστού συστήματος θεωρίας σε μία απόλυτη Ιδέα. Η σκέψη ως διαδοχή κρίσεων κατόπιν άλλων κρίσεων και διακρίσεων δε μπορεί να στέκεται ως διακριτό οικοδόμημα  (και άρα ως υπόδικος)  που περιέχει αποκλειστικά και μόνο τον εαυτό της και άρα να υπάρχει για τον εαυτό της. Για την έξοδο από το δεσμωτήριο αυτό οφείλει να ακολουθεί κάποιον (υπερβατικό) χρυσό λόγο που θα της επιτρέψει όχι πια να συμφωνεί με τα ακέραια θεωρητικά μονοπάτια της λογικής και των σχημάτων του φυσικού κόσμου, αλλά ευτυχής να φτάσει να χορεύει μέσα σε όλα τα παραδείσια βασίλεια και όλες τις ουτοπίες. Ο φορέας οφείλει να μάθει τα βήματα και τους ρυθμούς του ίδιου του χορού της σκέψης. Η σκέψη ως κίνηση οφείλει να αντιμετωπίζει τα αντικείμενα της όχι ως στατικά είδωλα των «Ιδεών», αλλά σαν λόγους και μέτρα που θα της επιτρέψουν να ανθίσει σε όλα τα ύψη του ουρανού των πιθανών κόσμων της φαντασίας.

Πέρασμα στο φαντασιακό
 Η βεβαιότητα των πεποιθήσεων μας έχει τη ρίζα της σιγουριάς της βασισμένη στη συνύφανση της κοινωνικής σφαίρας, μέσα στην οποία οι σκέψεις που απαρτίζουν «πιστεύω» είναι μία προς μία προσαρτημένες  πάνω σε κάποια κοινωνική δραστηριότητα. Ο Χέγκελ περιέγραψε τη θετικότητα της «πίστης» ως την οικουμενική, ταυτόσημη με τον εαυτό ουσία, δηλαδή το ακίνητο στέρεο έδαφος και αρχικό σημείο για τις ενέργειες και επενέργειες όλων.  Είναι η γενέθλια χώρα από την οποία όλες οι σκέψεις και δράσεις αναδύονται μέσω ατομικών εκφράσεων για να βυθιστούν ξανά στο οικουμενικό πνευματικό σώμα.

Αυτό όμως είναι η μισή αλήθεια.  Η «πίστη» ,απροσδιόριστη συλλογιστικά, καθίσταται το ακίνητο στέρεο έδαφος και αρχικό σημείο γιατί δε μπορεί να γίνει αλλιώς. Η αλήθεια και η βεβαιότητα της όποιας κοινωνικής ύπαρξης ως «πίστη», αναταράζεται και σείεται στα πολύ ενδότερα  της όσο η ίδια η κοινωνία αναπτύσσει τον εαυτό της στο χώρο και στο χρόνο. Οι κοινωνίες αλλάζουν όπως και οι εποχές. Το ίδιος αναμενόμενα παθαίνουν και οι πεποιθήσεις. Ακόμη και οι πιο βαθιές. Κανείς δε μπορεί να διαβεβαιώσει κανέναν ότι κοιμάται ή έχει ξυπνήσει αφού η  συλλογιστική ικανότητα της σκέψης αδυνατεί να βεβαιώσει τη συνειδησιακή επίγνωση της λειτουργίας της. Το μόνο κέρδος από την αναστοχαστική  πλέον διαδρομή της σκέψης είναι η επίγνωση αυτής της αδυναμίας που της επιτρέπει να ξεδιπλώνεται δια μέσω λόγων και μέτρων ως τα πέρατα της φαντασίας.

Πτώση και ετεροτοπίες 
Με την επίγνωση της μεταβολής των κοινωνικών πιστεύω γίνεται αντιληπτό πως το πνεύμα της κοινωνίας μετατοπίζεται συνεχώς έτσι που δεν παραμένει ποτέ ενωμένο στην αμοιβαιότητα μίας σφαίρας , αλλά διασπάται ενδόμυχα σε σφαίρες μέσα σε σφαίρες. Η φύση του γίνεται  μαγματική. Η πίστη του ανθρώπου στη βεβαιότητα του εαυτού και του κόσμου κλονίζεται αλλά και ενισχύεται ταυτοχρόνως με τη γέννηση της αναγκαιότητας κάποιου σκοπού, που τελεολογικά εμφανίζεται άλλοτε σαν κάποια  συντέλεια του κόσμου και άλλοτε ως έξοδος από την ιστορία (ή κάποιο σπήλαιο) και πέρασμα στη μετα-ιστορία. Τέτοιες τελεολογικές εικόνες βεβαιώνουν απλά το γεγονός ότι οι διακρίσεις όπως όλες οι μετατοπίσεις μπορούν να ειδωθούν ως πτώσεις από την πρότερη κατάσταση. Κάθε σκεπτόμενος μπορεί να ειδωθεί σαν ένας μικρός βάτραχος που κοάζει σε κάποια απόσταση από τη πηγή χωρίς να ξέρει ακριβώς  που βρίσκεται αυτή ή ακόμη χειρότερα να πιστεύει ότι βρίσκεται κάπου  αλλού από εκεί που είναι. Πόσο ουτοπικό είναι όμως να πιστεύει κανείς στη τέλεια επάνοδο και επιστροφή;

Γολγοθάς
Υποχωρώντας από τον πνευματικό πυρετό του διασπασμένου και μαγματικού κοινωνικού πεδίου, η σκέψη στρέφει την προσοχή στα εντός , ώστε να ανεβάσει τον εαυτό της σε εκείνο το αφηρημένο επίπεδο από όπου θα μπορέσει να θεωρήσει την εσωτερική συνοχή και συνέπεια της ίδιας της πνευματικής της οντογένεσης. Έτσι η σκέψη διαχωρίζει ενδεχομενικά τον εαυτό της σε όλες τις όσο το δυνατόν πιο αφηρημένες πνευματικές στοιχειώδεις ποσότητες για να εξακριβώσει τη μία μοναδική, αδιάσπαστη, αναγκαία και συνεπή συνεπαγωγή για όλη της την πραγματικότητα.

Η σκέψη σκαρφαλώνει στο υψηλότερο σημείο του νοητικού της μονοπατιού προς την αφηρημένη θεώρηση, πολύ ψηλότερα από την πραγματικότητα του πνεύματος που υπερισχύει στον κόσμο, ώστε να αποτιμήσει όλους τους δυνατούς φανταστικούς κόσμους και να επιλέξει μεταξύ αυτών τη μοναδική εκείνη σύνθεση αυτών, στην οποία και θα εγκαταστήσει το τελείως αναγκαίο βασίλειο της και τη δική της σταύρωση.

Ανθρωπότητα και τελεολογία

Αυτό το "αναγκαίο βασίλειο"  μπορεί να υπάρξει μόνο σε αναφορά με το σύνολο και για να υπάρξει οτιδήποτε οφείλει να υπερισχύσει το πνεύμα μίας κάποιας ομοιοσύστασης. Ο νόμος αυτός της μη αντίφασης απαιτεί να υπάρχει μόνο ένας καθολικός κόσμος.  Στην ιδέα αυτή της «αλήθειας» του κόσμου δεν μπορεί να υπάρχει καμία αντίφαση εντός της και αντίστοιχα κανένας εχθρός εκτός της. Για αυτό και το οικουμενικό πνεύμα, αυτό που η κάθε κοινωνία στοχεύει στη διαχρονία, είναι αφηρημένο στη σκέψη. Οι διαχωρισμοί των εσωτερικών του σχέσεων αποψιλώνονται, και η πολυπλοκότητα όλων των πραγμάτων εξοστρακίζεται, έτσι ώστε ένας πιθανός κόσμος να μπορεί να οριστεί σαν ο θεμέλιος λίθος όλων των επιπρόσθετων εποικοδομημάτων. Όσο το πνεύμα επιμένει στο αφηρημένο χάνεται το συγκεκριμένο, δηλαδή η πολυπλοκότητα και η πολλαπλότητα συνάψεων μεταξύ των πόλων των διαφόρων διακρίσεων. Ο ουμανισμός δε μπορεί να αναφέρεται παρά στο αφηρημένο.


Με όλη την αδράνεια από τα ύψη της θεωρητικής αφαίρεσης συσσωρευμένη, η σκέψη αποφασίζει να προσδιορίσει έναν συγκεκριμένο και μοναδικό κόσμο μέσα από τις ενδόμυχες διαφοροποιήσεις των ινών του πνεύματος ώστε να καθορίσει διαδοχικά όλη τη δομή της αρχιτεκτονικής του αληθινού και πραγματικού κόσμου. Η εξειδίκευση του πνεύματος από τα εντός είναι μία επαναληπτική δράση από αναδρομικές σκέψεις, που είναι ταυτόχρονα και η εξατομίκευση της ιδέας της αλήθειας. Με την επίγνωση αυτού η σκέψη πλέον στοχεύει ασυμπτωτικά το μελλοντικό της τέλος ως το απώτερο νόημα της ίδιας της υποστάσεως και ως την επάνοδο και επιστροφή της.

http://bplusmovieblog.files.wordpress.com/2012/04/the-fountain-22.png
Ελάχιστος εαυτός και singularity
Έτσι όπως το μερικό είναι η μερικοποίηση του ολικού, μέσα από την οποία το παν αποστάζεται από τον ίδιο του τον εαυτό, έτσι και το ατομικό είναι η μερικοποίηση του μερικού, μέσω της οποίας το μερικό το ίδιο αποστάζεται από τον ίδιο του τον εαυτό ώστε να συνεχίσει την εξατομικευτική του διαδρομή. Με κάθε τέτοια μερικοποίηση, το σχήμα και η ουσία του πραγματικού κόσμου αποστάζεται περαιτέρω, ακυρώνεται, αναιρείται, καθορίζεται, προσδιορίζεται , διαλύεται και επιλύεται στον ίδιο του τον εαυτό.

Όπως ο γεωμέτρης στη διαδικασία τετραγωνισμού του κύκλου, έτσι και η ελάχιστη ατομικότητα, σε μία ασταμάτητη παλινδρόμηση από αφαιρετικούς χειρισμούς κόβει και ξανακόβει γωνίες από τα πολύγωνα της σκέψης. Το αφηρημένο ον με αυτό τον τρόπο εξατομικεύεται ακατάπαυστα όσο όλες του οι συνιστώσες διαλύονται στη πιο γυμνή και απλή ουσία, απλοποιώντας έτσι και ελαττώνοντας όλη την ύπαρξη σε μία απειροελάχιστη μοναδικότητα, ένα μοναδικό σημείο που του λείπει όλη η προεκτεινόμενη μερικότητα. Το αφηρημένο ον θα μπορούσε να πει κανείς πως «μοναδικοποιείται» μέσα στον εαυτό του.

Εντός της μοναδικότητας του όντος η σκέψη ελπίζει να ανακαλύψει τον άθραυστο εκείνο κρύσταλλο, την τέλεια και πιο ρεαλιστική πραγματικότητα,  την εσωτερικότερη ουσία όλων των αρχών  της, που είναι τελικά η βάση, η πηγή και το μυστικό πέρασμα προς την πιο  ιερή κρύπτη της ιδέας της αλήθειας. Ελπίζει να ανακαλύψει το υπέρτατο θέλημα που σαν το πιο βαρύ σίδερο, ο πιο ανθεκτικός από όλους τους κρυστάλλους, ορίζει την ουσία όλων των ουσιών και την ύπαρξη όλων των υπάρξεων. Ελπίζει στην ολοκληρωτική εξατομίκευση της ατομικότητας σε ένα singularity point που ως κέντρο αποσύρεται στον εαυτό του, τη στιγμή που αναγνωρίζει πως εκτείνεται προς τις άπειρες φαντασιακές διαστάσεις του έξω. 

Αλλά και πάλι έχει παραπλανηθεί σε αυτή της την φιλοδοξία. Δε μπορεί να υπάρχει τέλος σε αυτήν την αλληλουχία από εξατομικεύσεις επί εξατομικεύσεων μέχρι που η σκέψη να ολοκληρώσει την απόλυτη άπειρη διάκριση προς την ελάχιστη ατομικότητα. Γιατί έπειτα γίνεται η πιο απλή ποσότητα που αντιτάσσεται σε κάθε ποιότητα. Έτσι η αναγκαιότητα και η πραγματικότητα του κόσμου γίνεται δια μέσω των διακρίσεων και εξατομικεύσεων  του ίδιου του εαυτού μία ολοκληρωτικά μη υπαρκτή αναφορά. Ένα κενό ή ψεύτικο όνομα όπως το από καιρό ξεχασμένο όνομα του τετραγράμματου θεού.

(2η συνέχεια 21/7)
Αποκρυστάλλωση
Στην πορεία προς τον ελάχιστο εαυτό, μία πορεία αυτοελάττωσης, γίνεται η προσπάθεια η κάθε πιθανότητα να προσδιοριστεί αποφατικά αποκλείοντας σταδιακά οποιοδήποτε άλλο ξένο ενδεχόμενο. Η σκέψη όντως τολμά να καταστρέψει πληθώρα  αλλότριων κόσμων καθώς γειώνει τη βάση εκείνου του κόσμου που είναι για αυτήν αναγκαίος, πραγματικός και αληθινός. 

Κατευθυνόμενη προς την κένωση, μέσω της άρνησης εκείνου που θεωρεί ψεύτικο και ξένο, η σκέψη αφαιρεί και αφαιρεί από το ίδιο της τελικά το περιεχόμενο.  Η ψευδαίσθηση που αποδίδεται σε όλους τους εναλλακτικούς φανταστικούς κόσμους έρχεται αντιμέτωπη με την υποτιθέμενη αλήθεια που προβάλλει η ατομικότητα ως πραγματικό και αναγκαίο, λες και η σκέψη έχει ξεκαθαρίσει την απάντηση στο γνωστό διασκεδαστικό προβληματισμό περί όντος και μη όντος.  Ένας απόλυτος όμως σε αυτή την περίσταση τρόπος θα αποκρυσταλλώσει την απειροελάχιστη -ελλείψει περιεχομένου- διαφορετικότητα και μερικότητα του υποκειμενικού και του υποκειμένου. Μία απόλυτη ανάγκη για κάτι απόλυτα καθορισμένο θα σταυρώσει οριακά τη σκέψη. 

Σάρκωση
Το περιεχόμενο της ίδιας της σκέψης από μόνο του είναι αδύνατο να εκλείψει καθώς έτσι αναιρείται η ίδια η σκέψη ως σκέψη. Η κενωτική διαδικασία δεν μπορεί να λάβει ποτέ κάποιο τέλος καθώς αυτή η μοναδική πραγματικότητα την οποία θεωρεί η σκέψη ως αναγκαία και αληθινή ενυπάρχει εντός του σώματος της ίδιας στοχευόμενης μοναδικότητας με τρόπο απροσδιόριστο, σαν ένας στρόβιλος ενέργειας γύρω από ένα singularity point. Ή αν προτιμάτε, όσο η πραγματικότητα υπάρχει εκεί που το μυαλό τείνει την προσοχή του, το ζώον σώμα του κόσμου είναι αδύνατον να ανατομηθεί χωρίς ο παρατηρητής να το επηρεάσει.

Όσο λοιπόν η αποκρυστάλλωση και των πιο λεπτών διακρίσεων ισοδυναμεί με την εξατομίκευση σε απειροελάχιστη τάξη, και όχι σε κάποια ποσοτική πραγμάτωση (και άρα πλήρωμα ή συντέλεια), τείνουμε -χωρίς όμως κάποιο προφανές πέρας- στην πλήρη κένωση της υπάρξεως από την αφαίρεση και τη μείωση στις πιο απλές και ολοκληρωτικά κενές ποσότητες. Η διαδικασία αυτή μέσω της ύπαρξης της πίστης και μόνον μπορεί να πάρει το νόημα της σαρκώσεως κάποιας υπερβατικής ιδέας ή αιώνιου αρχετύπου. Ή ίσως καλύτερα κάποιου θείου λόγου ή μέτρου. Λόγου ή μέτρου που αντιπαρατίθεται στον οριακά απόλυτο τρόπο της αποκρυστάλλωσης, κινδυνεύοντας όμως να φυλακίσει τη σκέψη στα όρια κάποιας ιδιοτελούς και υποκειμενικής λογοκρατίας.
Πρισμάτωση
Η οριακή «ενανθρώπιση» της άπειρης ενδεχομενικότητας κάτω από τις λαβές της λογικής κινδυνεύει αφαιρετικά να  ακυρώσει το ίδιο το ανθρωπινό υποκείμενο. Η εξατομίκευση σε απειροελάχιστη τάξη οδηγεί σε απουσία μέτρου σύγκρισης και παντελή έλλειψη αναφοράς. Η σκέψη τείνοντας προς στις πιο απλές και κενές ποσότητες φλερτάρει -έντρομη ίσως ή εκστασιασμένη- με το απολύτως αφηρημένο.
 Το πλέον αφηρημένο ον τότε, αγκαλιάζει συνολικά και περικλείει τις πιο απλές αυτές ποσότητες της ατομικότητας. Η αλήθεια και η πραγματικότητα της ατομικότητας γίνεται για τη σκέψη αδιαχώριστη από κάθε ψέμα και κάθε μη πραγματικό. Εφόσον η σκέψη γίνεται τόσο μικρή όσο το τίποτε, μπορεί να είναι τα πάντα. Η σκέψη γίνεται οριακά πρισματική.(Εδώ κάπου διακρίνουμε και τη δεύτερη κίνηση της σκέψης προς την πολλαπλότητα και όχι τη μοναδικότητα).

Μεγάλη Έκρηξη
Η έσχατη πραγμάτωση της ατομικότητας κατά τον αντιφατικό τρόπο που θέτει η ταυτοχρονία κένωσης και πρισμάτωσης ιδρύεται να αντιβαίνει στην ίδια της την αλήθεια έτσι ώστε σε μία εκμηδενιστική μεγάλη έκρηξη το είδωλο όλης της έως τότε αλήθειας να απορρίπτεται μαζί με όλα τα άλλα σπασμένα κομμάτια του μη αληθινού. Ενώ νωρίτερα η σκέψη χώριζε ενδεχομενικά τον εαυτό της για να επιλέξει μόνο το ένα αληθινό και αναγκαίο κομμάτι, τώρα οφείλει να εκταθεί προς τις άπειρες φαντασιακές διαστάσεις έξω θεωρώντας τες εκ προοιμίου αληθινές.  

Έτσι και πάλι βρίσκει τον εαυτό της σε μια παράξενη θέση. Κοιτά πίσω για να δει την αντίφαση της εξατομικευτικής συνεπαγωγής και εκτείνεται προς τα μπρος, προς τον ορίζοντα όλων των μελλοντικών ενδεχομένων, για να αναρωτηθεί αν και πόσο μπορεί αντιπαραβάλλει στην έως τώρα προσδοκώμενη ολοκληρωτική αυτοελλάτωση  μία πληθώρα απαντήσεων.

Πληθυντικός
Από την απειροελάχιστη εξατομίκευση ενός και μόνον κόσμου η σκέψη προεκτεινόμενη προς τα εμπρός βρίσκει τον εαυτό της να αναφέρεται  πρισματικά στα πάντα. Ξεπηδά ένα πλήθος φωνών που για μία ακόμη φορά καθρεφτίζει τον εαυτό και προσπαθεί να την ανυψώσει πολύ ψηλότερα από την πραγματικότητα του κόσμου ώστε να εγκαταστήσει το βασίλειο εκείνο που είναι αντίθετο προς την ατομικότητα, σε μία νέα αποκρυσταλλωμένη συλλογικότητα όλων των πιθανοτήτων του αφηρημένου όντος. Εκεί όπου ο ένας βασιλιάς απέτυχε και το «αναγκαίο βασίλειο» του αποδείχτηκε κενό, μια κοινωνία ή δημοκρατία πολλών μπορεί να πετύχει. Το συγκεκριμένο και μοναδικό εδραιώνεται σε αναφορά με το σύνολο.

Ο κάθε υπό σύλληψη κόσμος ερχόμενος στο πραγματικό επιβεβαιώνεται σύμφωνα με την συνέπεια του έναντι της συναινετικής πραγματικότητας του συλλογικού. Οι σπόροι της κάθε αποσπασματικής συνεπαγωγής θάβονται πολύ μακριά έτσι ώστε ακόμη κι αν κάποιοι δεν ευδοκιμήσουν, κάποιοι άλλοι να το πετύχουν και να φέρουν στο προσκήνιο τις υποτίθεται θεϊκές και αιώνιες ιδέες που σκοπεύει η σκέψη.

Φάντασμα
Η απειροσύνη των πιθανών κόσμων κρύβεται λοιπόν σαν ένας χείμαρρος φωνών κάτω από την επιφάνεια της πραγματικότητας και χτυπά την πόρτα της αναγκαιότητας του κόσμου λες και αυτός είναι απλά ένα τσόφλι που θα ελευθερώσει έναν νέο κόσμο. Η πληθώρα φωνών φιλονικεί για την απελευθέρωση στην ολότητα των αληθειών, όμως η αφαίρεση της όποιας τροπικότητας είναι ότι ο συμπαγής κόσμος δεν είναι. Για αυτό στέκεται αντίθετη στον κόσμο σαν ένα φάντασμα.Mία φανταστική εικόνα του πραγματικού.

Παρόλα αυτά το φάντασμα των όποιων πιθανοτήτων συνεχίζει να μεγαλώνει, ακόμη κι αν είναι αλυσοδεμένο από τους νόμους της λογικής και πρέπει, μέσα στην απεραντοσύνη της ίδιας του της ιδιαιτερότητας, να σπάσει το κέλυφος του κόσμου ώστε να πραγματώσει την όποια εν δυνάμει αλήθεια του. Όσο κάθε προσδιορισμός παραμένει πιθανός ως μέρος της διαδικασίας όπου η σκέψη μεταπηδά από μία θέση σε μία άλλη, μπορεί να γίνει αντιληπτός ως συνέχεια μίας λογικής ακολουθίας. Όμως εκεί όπου η πιθανότητα αυτού πλέον πραγματώνεται θα πρέπει να ανυψωθεί μία απειρότητα ανακολουθιών, μέσα στην οποία κάθε μία από τις προηγούμενες διακριτές θέσεις της λογικής ακολουθίας μετατρέπεται σε μία σύμπτωση αντιφάσεων. 

Χωροχρονο-αντιληπτικός περιορισμός
Αν ένας πιθανός κόσμος Α με Π ποιότητα γίνεται αντιληπτός σε διαδοχή ενός κόσμου Β με ποιότητα όχι Π, τότε αν αυτοί οι δύο κόσμοι γίνουν ταυτόχρονα πραγματικοί, οι αντίστοιχες ποιότητες τους πρέπει υποχρεωτικά να εναντιωθούν αναμεταξύ τους. Οι καθοριστικότητες του κάθε πιθανού κόσμου ως μέρος της διαποικιλίας του, συμπίπτουν και παρόλα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους ως σύμπλεγμα των προηγούμενων ποιοτήτων του, ή αν προτιμάτε όπως τα κλωνάρια ενός δέντρου που κάθονται το ένα πάνω στο άλλο. Οι όποιοι πιθανοί κόσμοι δεν μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα πραγματικοί χωρίς να ακυρώσουν αμοιβαία τη διαφορετικότητα τους, σαν κλαδιά που καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο. 

Οδός
Χωρίς αμφιβολία ο νόμος της μη αντίφασης απαγορεύει την ταυτόχρονη εμφάνιση αντικρουόμενων ποιοτήτων αλλά παρόλα αυτά η σκέψη αναπόφευκτα μπορεί να επιτρέψει τον άπειρο πολλαπλασιασμό εντός της όλων των συνεπών πιθανών κόσμων. 

Γιατί όμως ο πολλαπλασιασμός αυτός είναι αναπόφευκτος; Είναι κατανοητό πως αυτό που η σκέψη δυνητικά μπορεί να προσμαρτυρήσει, η λογική μπορεί αργότερα να αναιρέσει. Αλλά ακόμη κι έτσι οι τροπικότητες που εν δυνάμει μπορούν να προσμαρτυρηθούν από τη σκέψη σαν επιγνώσεις των φαντασιακών της ριζών είναι άπειρες, ενώ η λογική μπορεί να αναιρέσει μόνον ένα μικρό κομμάτι από αυτές. 

Τα άκρα μέσα στα οποία όλοι οι πιθανοί κόσμοι εξαλείφονται αναμεταξύ τους λόγω των αντιφάσεων τους είναι ταυτόχρονα τα όρια της πιθανής σκέψης και της αναίρεσης της σκέψης της ίδιας ως σκέψη. Για να συνεχίσει παραπέρα από αυτή την στιγμή, η σκέψη πρέπει να ξεσκεπάσει τα κρυφά μονοπάτια των αντιφάσεων και ρισκάροντας  να σκοντάψει πάνω σε λάθη, να ανακαλύψει  πως ο δρόμος για την αλήθεια τελικά βρίσκεται κάτω από τα πόδια της.

(3η συνέχεια 13/8)
Δαίμονας της διαλεκτικής
Στην ατέλειωτη πορεία της απαλοιφής των αντιθέτων  η σκέψη αλλάζει και ξαναλλάζει τη σίγουρη υποτίθεται πορεία της λογικής μέσω της αλληλοεξόντωσης όλων των αντικρουόμενων συνεπαγωγών της, στα βέλη των οποίων ανακαλύπτεται ένας νεογεννηθείς δαίμονας. Δαίμονας ο οποίος είναι ανώτερος ερωτικά από όλους τους χρυσόγλωσσους και γλυκύστομους αισθηματίες. Είναι ο δαίμονας της διαλεκτικής που δεν έχει πλέον  τη μορφή μίας άκαρπης αντιρρητικής και ελεγκτικής αλλά αναλαμβάνει δια μέσω της έκθεσης των αντιφάσεων να παίξει το ρόλο της μαμής κάθε πιθανής ποικιλίας συνεπαγωγών της σκέψης και να γεννήσει μέσα στην ψυχή τον έρωτα για την γνώση.

Αναγκαιότητα και λογοκρατία (μαύρος ήλιος)
Ο δαίμονας της διαλεκτικής ως ερωτικός παράγοντας παίζει το ρόλο της βαρύτητας που αναλαμβάνει να καταδείξει το αναγκαίο. Οι κόσμοι που είναι λιγότερο πιθανοί να γίνουν πραγματικοί περιφέρονται σε μακρινές τροχιές στα βαθειά σκοτάδια του κενού, πολύ μακριά από το διάπυρο κέντρο του μυαλού και την υπό βράση αντικειμενικότητα. Το μυαλό ελέγχει διαλεκτικά τις καθοριστικότητες των πιθανών κόσμων όπως ο ήλιος τις ουράνιες κινήσεις των άλλων σωμάτων. Είναι λες και από την ανυπέρβλητη αναγκαιότητα του κέντρου ρίχνεται φώς εκτυφλωτικό φέρνοντας τη δικαιοσύνη μιας πύρινη γλώσσας που μαστιγώνει τα πάντα ώστε το μυαλό να πάρει την κυριότητα του ενός και μοναδικού αυτού κόσμου που είναι να καθοριστεί και να γίνει πραγματικός.

Καθώς ο κάθε πιθανός κόσμος περιστρέφεται και μπαινοβγαίνει στις σφαίρες καθοριστικότητας των άλλων, αντιτίθεται σε αυτούς, και όταν αναγκάζεται να συμπέσει με κάποιον, ο ένας αγκαλιάζει τον άλλον σε μία διαπλανητική σύγκρουση που θυμίζει κάποιον αρχετυπικό πόλεμο των άστρων.


Κόσμος Λόγου και εξώτερον πυρ
O διαλεκτικός έλεγχος παράγει την κρίση του αντιτάσσοντας τους πιθανούς αντίθετους κόσμους, διατηρώντας με συνέπεια και συνέχεια όλους όσους συμφωνούν με τον ρου εκείνο της λογικής ακολουθίας για τον οποίο  η σκέψη πιστεύει πως την οδηγεί πιο κοντά στην αλήθεια. Αυτό γίνεται ακόμη κι αν κάποιοι κόσμοι απορρίπτονται στα συντρίμμια και τα χαλάσματα του εξώτερου πυρός ώστε να διατηρηθεί αυτός ο ένας αναγκαίος που ικανοποιεί όλα τα κριτήρια του διαλεκτικού ελέγχου.

Αν στη διαδικασία του διαλεκτικού αυτού ελέγχου η σκέψη αναγάγει την αντίληψη της σε απόλυτη αντί για σχετική και ανθρωπινή, κινδυνεύει  μέσω των απολύτων διακρίσεων της να καταστήσει τον Κόσμο ως εκ του μη όντος και άρα ένα ψεύτικο καθρέφτισμα. Αν από την άλλη δε διακρίνει εκείνο που θεωρεί η ίδια αναγκαίο και αληθινό δεν θα έχει καταφέρει να αποκαλύψει το σύνολο εκείνο των αντιφάσεων που ορίζουν για την ίδια αποφατικά τον ζωτικό εκείνο χώρο μέσα στον οποίο τα πράγματα αποκτούν νόημα και ο κόσμος γίνεται Κόσμος.


Αντίχθων και αντίκοσμος
Για την πληθώρα θέσεων που μπορεί να θέσει ως αφετηρία της συλλογιστικής ακολουθίας η φιλοσοφική διείσδυση, υπάρχει ένας ίσος αριθμός πιθανών κόσμων. Για κάθε δυνητικά αντιληπτό κόσμο στον οποίο έστω και μία καθορισμένη αρχή είναι πραγματική, η εφάπαξ απειρότητα πιθανών κόσμων πρέπει να επιτρέψει την είσοδο ενός ακόμη κόσμου του οποίου η πολύ ίδια κατηγορηματική αρχή είναι αναληθής. Έτσι κανένας πλανήτης δε ταξιδεύει την πορεία του στις μοναχικές λεωφόρους του διαστήματος σε αιώνια απομόνωση χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον άλλον της ίδιας σάρκας, ίδιο σχεδόν σαν αυτόν από κάθε άποψη, αλλά παρόλα αυτά αντίθετο του κατά μία και μόνο διάκριση. Τέτοιο είναι το παράδειγμα της εισαγωγής του φιλοσοφικού σημείου της αντιχθονός ως ενάντια στην πολύ υπαρκτή για τους φιλόσοφους ιδέα της γαίας. 

Το σύνολο των αρχών όντας ακατάληπτο και απροσέγγιστο από την πεπερασμένη λογική σκιαγραφεί την εικόνα ενός αντίκοσμου έτσι ώστε το πραγματικό να είναι η μόνη ιδέα και ως μοναδικό αρχέτυπο αυτό με το οποίο ταυτίζεται ο κόσμος, ενώ όλα τα υπόλοιπα να παραμένουν σε ουράνια απόσταση στη σφαίρα του φανταστικού και του άναρχου.


Μύθοι ίσων και αντιθέτων
Από την άπειρη πολλαπλότητα της αφηρημένης ενδεχομενικότητας είναι επακόλουθο πως κάθε διάκριση μιας σκέψης, ιδέας, αρχής έχει έναν ίσο και αντίθετο προσδιορισμό που βεβαιώνει την ίδια την φύση της δικιάς της καθοριστικότητας. Για κάθε Κάστορα υπάρχει ένας Πολυδεύκης, για κάθε Κάιν ένας Άβελ και για κάθε άγγελο ένας ίσος και αντίθετος δαίμονας. Για κάθε εν δυνάμει ήρωα φωλιάζει στην καρδιά ένας ίσος και αντίθετος αντιήρωας που ξεπερνά, ανάλογα με το πλαίσιο αναφοράς, τα μέτρα της κοινής γνώμης ή αυτά του ουμανισμού και από λυτρωτής ή σωτήρας γίνεται εφιάλτης, τύραννος και αντίχριστος. 

Αν η -από την πολύ αρχή- αναπόφευκτη διάσπαση της σκέψης δεν γίνεται κάτω από ολιστικό πρίσμα και αποφεύγεται η συνειδητοποίηση ότι εκεί όπου αναπτύσσεται το «καλό» υπάρχει και το εν δυνάμει «κακό», και ότι αυτό δεν είναι παρά ότι είναι λόγω της σχετικής θεώρησης, έρχεται στο προσκήνιο η σοβαρή πιθανότητα ενός σχησματικού δυισμού. Το ενιαίο  της ολιστικής προσέγγισης από την άλλη αφαιρεί όλα τα πλεονεκτήματα της «πολιτικά ορθής» σκέψης (που  απαλλάσσει την ανθρώπινη συνείδηση από το μεγάλο βάρος του ενυπάρχοντος «κακού»)  και φορτώνει αναδρομικά τόσες πολλές ευθύνες στο σκεπτόμενο που οριακά του αποστερεί το όποιο δικαίωμα σκέψης. Άριστο το μέτρο ως αναπόφευκτο.


Πόλεμος πατήρ πάντων
Όταν η σκέψη ξορκίζει την άπειρη πολλαπλότητα των πιθανών κόσμων και τους υποβάλλει όλους σε μία διαλεκτική εξέταση, όλοι οι πιθανοί προσδιορισμοί αντιτίθενται μεταξύ τους και ακυρώνονται. Ο διαλεκτικός ανταγωνισμός όλων των εκφράσεων όλων των πιθανοτήτων έχει ως επακόλουθο τη συνολική αντίφαση όλων των πιθανών κόσμων της σκέψης, καθώς κάθε κρίση παλεύει με άλλες σε έναν αδιαχώριστο πόλεμο όλων εναντίων όλων. Το ενδεχομενικό και φανταστικό μάχεται το ενδεχομενικό και φανταστικό σε μία αντιπαράθεση όπου όλες οι φαντασιώσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με όλες τις φαντασιώσεις για το ποια θα πραγματώσει το αληθινό.

Μέσα σε αυτή τη διαλεκτική δίνη όπου στριφογυρίζει απειρία ιδεών και εκτείνεται πολλαπλότητα αρχών, οι λέξεις μεταστρέφουν τα νοήματα τους και κάθε οπτική ανθρώπου είναι και μία αυθεντία. Μία απουσία μέτρου εδώ θα ξεκινήσει τη τυραννία του σκεπτικισμού. Ένας ολοκληρωτικός σκεπτικισμός θα αναιρέσει όλα τα αντικείμενα της καθορισμένης σκέψης, έτσι ώστε κάθε προσδιορισμός ενός πιθανού κόσμου θα αντιτεθεί με το αντίθετο του και θα εκμηδενιστεί εντελώς.  Μία ακατάπαυστη αναιρετικότητα, εντός της οποίας όλα  τα αντικείμενα και οι απόψεις πετιούνται, θα σβήσει όλα τα αξιοπρόσεκτα σημεία και θα στρογγυλέψει όλες τις γωνίες, όπως τις πέτρες το νερό της κοίτης κάποιου ποταμού.

(4η συνέχεια 15/9)
Ρήξη και επιστροφή
Αν η κάθε σκέψη είναι και μία αντίφαση, τότε δε μπορεί να υπάρξει σκέψη μα ακόμη ούτε ον  του οποίου η πιο ενδόμυχη βεβαιότητα δεν αντιφάσκει με κάτι. Η αντίθεση των πάντων εναντίων των πάντων έτσι μετατρέπεται σε μία αντίθεση του όλου με τον εαυτό του, όπου το έδαφος της ταυτότητας της σκέψης και του όντος εξαφανίζεται κάτω από τα πόδια. Στην ταλάντευση αυτή της διαρκούς αυτοαλλοίωσης καμία σκέψη δε μπορεί να εδραιώσει καμία αλήθεια καθώς κάθε ιδέα ή αρχή μπορεί και να λιώνει κάπου μακριά. Έτσι η άπειρη αντιπαράθεση όλων των επί συλλήψει προσδιορισμών, δλδ όλων των πιθανών κόσμων, είναι η άρνηση όλων των αληθειών. Μέσα σε αυτή την άπειρη αντιπαράθεση και αναιρετικότητα όπου όλα τα πράγματα καταρρέουν, κανένα κέντρο δε μπορεί να αντέξει οποιαδήποτε σταθερότητα και η αναρχία ξεχύνεται στο μυαλό και στον κόσμο. Η μοναδική και αναπόφευκτη διέξοδος από το σημείο αυτό είναι η  επιστροφή για μία ακόμη φορά στο τελείως άμορφο και αρχέγονο υλικό του αφηρημένου όντος. 

Πηγή
Το αφηρημένο ον λοιπόν με  το οποίο η ίδια η σκέψη ξεκίνησε, η πηγή της ζωής μέσα στην οποία θα δούμε το φως (ψαλμ.36), είναι το πολύ ίδιο ολοκληρωτικά ακαθόριστο ον στο οποίο η σκέψη για μία ακόμη φορά επιστρέφει αφού οι δύο προηγούμενες συνεπαγωγικές της κινήσεις έχουν καταλήξει σε αυτοκαταστροφή. 

Α) Το πρώτο συμπέρασμα λογικής ανάλυσης της απειροστής εξατομίκευσης που θα κυρώσει τον ένα και μόνο πραγματικό κόσμο είχε σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτικά πιο απλή ποσότητα που υπάγεται και εμπεριέχεται μέσα στο αντίθετο της αφηρημένο ον.

Β) Η δεύτερη συνεπαγωγή από άπειρους προσδιορισμούς είχε σαν αποτέλεσμα την αντίφαση του καθενός από αυτούς με τον ακριβώς αντίθετο του, αφήνοντας από έξω μόνο το αφηρημένο ον από το οποίο ξεκίνησε η σκέψη.

Το κάθε βήμα και η κάθε κίνηση, είτε είναι ο προσδιορισμός και καθορισμός της μίας και μόνο πιθανότητας ως πραγματικό, είτε ο προσδιορισμός και ο καθορισμός των πολλών, αναιρεί και ακυρώνει το επόμενο ή το προηγούμενο. Το πόσο λοιπόν αυτός ο κόσμος είναι αληθινός ή ψεύτικος μπρος στην απειροσύνη των φανταστικών ή πιθανών παραδείσων έχει τη σημασία του μόνο στην κατανόηση του δισθενούς της φύσης της λογικής. Λογική που παράγει όλους του δυισμούς του όντος και του μη όντος από την ομοιογένεια του αφηρημένου όντος στο οποίο και πάντα επιστρέφει. Με τη  διάβαση εντός των αντιφάσεων πλέον γίνεται φανερό πως  μπορούν να υπάρξουν μόνο οι δύο αυτές κινήσεις της κρίσης.

Ρήση vs singularity
Η ακύρωση του ενός από το άλλο και η αναγκαιότητα να επιλεχθεί το ένα ή το άλλο, καταλήγει να επαναλαμβάνει τις προηγούμενες κινήσεις μέσα στις οποίες η σκέψη είτε πρέπει να ρηγνύει ενδομύχως τον εαυτό της σε μία singularity από απειροελάχιστες ποσότητες, είτε να εκρήγνυται  εξωτερικευόμενη ως άλλο big bang και αντίφαση κόσμων και αντικόσμων. Η σκέψη ανακαλύπτει έτσι τόσο στο πρώτο βήμα που μπορεί να ξεχωρίσει οποιαδήποτε αλήθεια πάνω από άλλες όσο και στο δεύτερο που προσπαθεί να περιγράψει την πολλαπλότητα όλων των αληθειών μαζί, πως οι όποιες κινήσεις της δύνανται να αναφέρονται μόνο σε αντιδιαστολή με το αφηρημένο. Συνεπώς οι όποιες θεωρίες ρήσεως-ρήξεως της στιγμής/του είναι/του εαυτού που φαινομενικά αντιμάχονται αυτές του singularity/της επιστροφής στη πηγή, στην πραγματικότητα μιλάνε για το ίδιο πράγμα από ανάποδη πλευρά . (Ο Stephen Hawkin άλλωστε εξέτασε τη θεωρία του big bang ως reverse singularity.)

Αφού κάνει αυτά τα δύο βήματα η σκέψη γύρω από τις ποσσιμπίλια του αφηρημένου όντος, βρίσκει τον εαυτό της σε μία νέα θέση σε σχέση με αυτή από την οποία ξεκίνησε. Δεν υποτροπιάζει πλέον στο αφηρημένο ον. Αντί να στριφογυρίζει επανειλημμένα, έχει πλέον μία πιο ολοκληρωμένη επίγνωση της αντίφασης των προηγούμενων βημάτων της και γνωρίζει το αφηρημένο καλύτερα από πριν, μιας και έχει πλέον διαπιστώσει ότι αυτό ήταν παρόν τόσο πριν όσο και μετά από κάθε βήμα, ως αυθεντική προϋπόθεση αλλά και τελικό συμπέρασμα.

Βουλητική διάνοια
Με αυτό τον τρόπο η σκέψη ανακαλύπτει πως αντιφάσκει όποτε αντιφάσκει μόνο και μόνο για να φέρει το δικό της σκοπό, τη δικιά της σημασία και τη δικιά της ονοματοθεσία στο τίποτε, το παν, τον κόσμο, τον εαυτό, με άξονα ένα συχνά αναδρομικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο κρίσης.

Η πίστη και η αμφιβολία είναι οι θετικές και αρνητικές κινήσεις της βουλητικής διάνοιας. Η  εναπόθεση της πίστης σε μία όποια ιδέα σημαίνει ότι τα χέρια απλώνονται στο γαλαξία των πιθανών κόσμων για να προσδιοριστεί ο ένας μεταξύ πολλών και αυτός να γίνει ο πραγματικός. Η αμφιβολία ως αντίθετη της πίστης είναι η απόσπαση μίας ιδέας μέσα από τον κόσμο και η εξορία της στο διαστημικό κενό της απλής πιθανότητας. 

Ακίνητο πρώτο κινούν
Το αφηρημένο ον είναι ολοκληρωτικά ακαθόριστο και για αυτό ταυτόσημο με τον εαυτό του, ακόμα και αν περιέχει όλους τους πιθανούς κόσμους της σκέψης. Κάθε αντίφαση καταλήγει στην κατάσταση του τίποτα αυτού που προσπαθεί να αντικρούσει, αφού η άρνηση του αντιθέτου ισοδυναμεί με άρνηση του εαυτού. Κάθε αιτία μπορώντας ενδεχομενικά να καταλήξει σε οποιαδήποτε πιθανή  συνέπεια είναι αυτή η ίδια τα πάντα. Το προηγούμενο του τίποτε και η συνέπεια των πάντων είναι το ένα και αυτό αφηρημένο ον.  Το αφηρημένο ον είναι ταυτόχρονα τα πάντα και τίποτε. Το απόλυτο ον και το απόλυτο μη ον. Ο άγνωστος εαυτός ή η άγνωστη ταυτότητα αν προτιμάτε που παρόλα αυτά περικλείει δυναμικά κάθε πιθανή ετερότητα. Δεν είναι τίποτε από μόνο του σαν μία ξεχωριστή σφαίρα, αλλά υπάρχει ως κατάφαση και αντιδιαστολή  του αποκρυσταλλωμένου πραγματικού κόσμου.

Στην πορεία περάτωσης των βημάτων των συνεπαγωγικών κινήσεων της λοιπόν, η σκέψη αναγνωρίζει το αφηρημένο ως την άρνηση και ταυτόχρονα εμφατική κατάφαση της συμπαγούς πραγματικότητας και ως την πλουσιότερη και φτωχότερη αλήθεια που εν δυνάμει τα καταλαμβάνει όλα έστω κι αν πραγματικά δεν γεννά τίποτε υπαρκτό. Αναγνωρίζει το αφηρημένο ως την πιο γυμνή έρημο αλλά και τον πιο πλούσιο θησαυρό.

Ουροβόρος
Η σκέψη δε μπορεί να ξεκουραστεί εδώ σε αυτό το βωμό του άγνωστου θεού, αλλά πρέπει να βαδίσει άλλη μία φορά τα βήματα των συνεπαγωγικών κινήσεων, ώστε, γνωρίζοντας πλέον και τα δύο, να τα αποδώσει πλέον σαν ένα δυναμικό χορό που επιχειρεί με έμμετρα βήματα να ιχνηλατήσει και να ανατάμει αυτό που αντιλαμβάνονται ως ζων σώμα της ύπαρξης και του  Κόσμου.

Η ένρηξη της απειροελάχιστης ατομικότητας και η έκρηξη της απειρίας των αντιφάσεων των πιθανών κόσμων προχωρούν και οι δύο προς το αντιφατικό απόγειο της εξεύρεσης συμπεράσματος μέσα στο αφηρημένο ον. Το αφηρημένο ον γίνεται λοιπόν και η πρωτογενής πρωθύλη  και ο μεσολαβών των αρνητικών και θετικών κινήσεων, που ενώνει την πίστη και την αντίθετη της αμφιβολία σε ένα βρόγχο που περιελίσσεται γύρω από τον εαυτό του. Η εικόνα αυτής της ακατάπαυστης επανάστασης είναι μία κύκλωση που περικλείει το ίδιο της το κύκλωμα όπως ο ουροβόρος όφις.
Μη κύκλος
Μη κατέχοντας ούτε αρχή ούτε τέλος, κάθε σημείο της διαδοχής του κυκλώματος είναι ταυτόχρονα και αρχή και τέλος, και η αιτία και το αιτιατό των πάντων, μέσα στο οποίο η σχέση που ορίζει η όποια ακτίνα είναι το ίδιο παρούσα σε οποιοδήποτε διακριτό σημείο της περιφέρειας όσο και σε οποιοδήποτε πιθανό κέντρο. Το όλον (το "σύνολο των συνόλων" αν προτιμάτε) συνεπώς είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών, γιατί περιέχει απειρία σημείων ακριβώς όπως η απειροελάχιστη εξατομίκευση ενός μοναδικού καθορισμένου κόσμου μπορεί να πολλαπλασιαστεί με μία απειρότητα από πιθανούς κόσμους. 

Κάθε μεθοδολογία και κάθε τρόπος της κρίσης, μέσα  στην ιδιαιτερότητα της πολύ πιθανόν τοπικής του επανάληψης, είναι αντιφατικός, και παρόλα αυτά γίνεται κάτι παραπάνω από ένα κομμάτι που έχει ενωθεί σε ένα αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενο συνολικό βρόγχο. Γίνεται ταυτόχρονα το κέντρο όσο και τα άκρα με μόνο κριτήριο διαχωρισμού την αποδοχή ή την άρνηση από την ίδια την κρίση των δικών της κατηγορημάτων. Από την ίδια τη σκέψη δηλαδή, εν μέσω της υπέρτατης βακχικότητας της ιδίας περιστροφής της, απορρέει η φανέρωση των όποιων «αληθειών» ως αναπόφευκτη συναίνεση στο χώρο και στο χρόνο για το έλλογο, το εναρμονισμένο, το άκρατο και τα αντίθετα τους, αλλά και ως νοσταλγία της όποιας αρχής και επιγενετική καλλιέργεια των απογόνων όποιας ανάμνησης της τελευταίας.

Έμμετρον
Εν τέλει, η ανάγκη αυτοπροσδιορισμού της σκέψης ως πλέον αναγκαιότητα αυτοπροσδιορισμού του κυκλώματος των συνεπαγωγικών κινήσεων, περιέχει όλη την απειρότητα διακρίσεων των προηγούμενων θετικών και αρνητικών κινήσεων, κρυμμένη πίσω από τις κρίσεις της πίστης και της αμφιβολίας. Ο θησαυρός συμπορεύεται της λογικής όσο και ο λαβύρινθος.  Η ανάγκη για σκοπό και τέλος που έρχεται ως αποτέλεσμα του κυκλώματος  συνεπαγωγών και κρίσεων (μιας και τα περιεχόμενα αυτού γεννούν το σχετικό χρόνο), επιλύει και διαχωρίζει τις θετικές και τις αρνητικές συνεπαγωγές, όλες τις πιθανές δηλαδή κρίσεις πίστης και αμφιβολίας, μέσα στη διαλεκτική λούπα: Κάθε συνεπαγωγή και τρόπος κρίσης προσφέρει εγκυρότητα στη διαδοχή των λογικών κινήσεων, σε μία δυναμική σύμπνοια, που είναι τόσο θέση όσο και αναίρεση του εαυτού της, απείρως και απειροελαχίστως, όλα μαζί,  όλα σε μία Στιγμή. Οι αντικρουόμενες θετικές και αρνητικές θεμελιώδεις κινήσεις, της ερώτησης και απάντησης, αμφιβολίας και πίστης, απαρτίζουν τα πρώτα δύο βήματα ενός ατέρμονου χορού. 

Με ένα βήμα μπροστά και ένα πίσω δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να κινηθεί χωρίς να ακυρώσει τον εαυτό του.  Η εναντίωση μεταξύ πίστης και αμφιβολίας, αφαιρετικού συμπεράσματος και διαλεκτικής (πάρτε τα με όποια σειρά σας βολεύει) σημαίνει ότι η σκέψη πρέπει να παραμείνει σταθεροποιημένη σε μία διαρκή στάσιμη κυμάτωση, σε μία έμμετρη κίνηση δηλαδή που δεν καταφέρνει τίποτε πέρα από την αμοιβαία αντίθεση των στοιχειωδών της μονάδων και συνολικά απλά θέτει σε παλινδρόμηση την ίδια της την  εν δυνάμει άπειρη πολικότητα.

Η διάλυση της όποιας «σταθερότητας» ως στάσιμη κυμάτωση και άρα δημιουργία καθορισμένου χώρου, δηλαδή η διατήρηση μιας διαρκούς αυτοαλλοίωσης του όντος κάτω από συγκεκριμένα μέτρα, δεν μπορεί να επιτευχθεί από την κίνηση οποιασδήποτε συνεπαγωγής. Πρέπει να επιτραπεί σε κάθε κίνηση να μετατρέπεται σε άλλη στο ζενίθ της δικιάς της πραγμάτωσης, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί και να πραγματοποιηθεί ο μετασχηματισμός προς την ενότητα και τη σύνθεση αντιθέτων. Αυτό το άνυσμα προς την ενότητα αντιθέτων δεν είναι το ίδιο άλλο ένα αντίθετο, αλλά είναι περισσότερο το μεσουράνημα των μπροστινών βημάτων της πίστης και των πίσω βημάτων της αμφιβολίας, καθώς ενώνονται μαζί στο τρίτο βήμα του αναστοχαστικού πλέον χορού της σκέψης που νοσταλγεί την προ αρχής αρχή της. Η ριζική πραγμάτωση της κάθε κίνησης είναι να γίνει διαμέσου της αντίθεσης, όχι αντίθετη σε κάτι, αλλά μέρος  του έμμετρου δράματος αυτού της σκέψης και του αντίστοιχου μετρικού αλλά και ζωτικού χώρου που αυτό ορίζει και οριοθετεί.