20 Απρ 2012

Μη Ον και M a t r i x


Η φαυλότητα και η δυσφορία είναι στην φύση της ιστορικής πραγματικότητας. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε γερά δεμένοι στη λαβή τους. Νιώθουμε μία εξωτερική πίεση να μεγαλώνει προς το χειρότερο χρόνο με το χρόνο και υποθέτουμε πως πρέπει να υπάρχει κάποια δύναμη έξω από τους εαυτούς μας που μας παγιδεύει. Ακόμη χειρότερα κάνουμε αυτή την φανταστική δύναμη διάνοια εφευρίσκοντας την έννοια του διαβόλου για να προσωποποιεί την φαυλότητα που μας σκλαβώνει και μας φυλακίζει. Λειτουργώντας όμως έτσι βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθιά στη τεχνητή κόλαση μας.

Αν κατανοήσουμε ότι το matrix αυτό είναι ο ίδιος ο δημιουργός, και ότι αυτός είμαστε εμείς, ίσως και να ξεκινήσουμε να χαλαρώνουμε τα δεσμά της παγιδευτικής αυτής αρχιτεκτονικής μας συναρμογής και της δώσουμε τα χαρακτηριστικά μίας πιο ελεύθερης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο διάολος βλέπετε είναι νομοπλάστης. Που σημαίνει πως οφείλει να πιστεύει στον εαυτό του και μόνο. Για αυτό αρνείται τον Πατέρα. Η δύναμη του είναι στο γεγονός ότι είναι τυφλός και με Alzheimer. Και η αλήθεια είναι ότι κι εμείς είμαστε αρκούντως αόμματοι, έχοντες αμνησία, άρρωστο ναρκισσισμό και άκρατο εγωισμό. Βαμπίρ που σπεύδουμε στο βρικολάκιασμα της ίδιας της θέλησης της υπάρξεως. Αντί για υιοί. Υπερβολικό; Το παίρνω πίσω. Είμαστε και τα δυο.



Αυτοί που υπάρχουν, γνωρίζουν, χωρίς να μπορούν να το αποδείξουν, ότι υπάρχουν. Το πιστεύουν ακλόνητα και αυτή η πίστη είναι το μόνο που τους αυτοεπαληθεύει (εκτός κι αν εσείς μπορείτε να αποδείξετε ότι ξυπνήσατε σήμερα). Ο Πατέρας ως έχων αυτογνωσία έχει συνειδητοποιήσει την ανυπαρξία του και την έχει αγκαλιάσει στην ολότητα της. Ο διάολος είναι πεπερασμένος. Ο Πατέρας άπειρος. Γιατί μόνο το πεπερασμένο επιτρέπεται να υπάρξει σε απομόνωση. Το άπειρο εξ’ορισμού είναι ένα με όλα.  Και άρα τίποτα απολύτως. Για να συγχυστείτε ακόμη παραπάνω αρκεί να υπογραμμιστεί πως τα προαναφερόμενα θα μας τα έλεγε ένα σοφιστής τύπου Γοργία -που έτεινε προς τον Ηρακλειτισμό- αν μιλούσε με το πλαίσιο ερμηνειών του Χριστιανισμού. 

Οι αναφορές μας έχουν να κάνουν με το γνωστό και ψυχαγωγικό προβληματισμό περί «όντος» ((αν)υπαρκτού) και «μη όντος» ((!αν)ύπαρκτου) που βασάνιζε από πάντα τον άνθρωπο. Ποιος ο κόσμος των ζωντανών και ποιος των νεκρών; Αυτό προέταξε ο Σαίξπηρ με το “να ζει κανείς ή να μη ζει”. Και ξαναέθεσε δραματικά το ίδιο αρχέτυπο ερώτημα “τις ει”, όπως το είχε πρωτοακούσει ο Οδυσσέας. Τότε ο τυφλός ποιητής είχε βάλει στα χείλη του αποφατική απάντηση. “Ου τις”. Ο κανένας. Ο Παρμενίδης το έθετε εξίσου σκωπτικά. “Είτε υπάρχουμε, είτε δεν υπάρχουμε” είπε. Ας κάνουμε μία προσπάθεια ακόμη. 

Δέστε πως λαμβάνει χώρα μία στροφή στο λαβύρινθο του νου. Αν το “ον” είναι το υπαρκτό τότε είναι υπό της αρχής και άρα πεπερασμένο. Αν όμως δεν υπάρχει τότε δεν μπορεί να μεταδοθεί, κοινωνηθεί ή νοηθεί. Μετά από λίγο διαλογισμό γίνεται εμφανές πως υπάρχει μία εγγενής αντίφαση στη φιλοσοφική-θεουργική διείσδυση όταν το αφετηριακό πλαίσιο ερμηνείας είναι διπολικό. Έτσι πότε αυτή λέει “μη ον” το σατανά, τον διάολο, τον κακό και άναρχο. Μόνο που αν είναι άναρχος δε θα μπορούσε να είναι και πεπερασμένος. Άλλες φορές λέει «μη ον» τον Κοσμικό Χριστό, τον Λόγο  Δύο της φιλοσοφίας, ως αυτόν που πραγματώνει όλη τη δημιουργία. Έτσι όμως το “μη ον” γίνεται και υπαρκτό και με όρια. Μπορούμε να θυμηθούμε και τον Πλάτωνα ή το Έγελο κι ένα σωρό άλλους. Στο εγελιανισμό το είναι έχει υποστασιοποιθεί ελεώ αμνησίας, άρνησης ή συμβολικής πατροκτονίας και από ουσιαστικό έγινε ρήμα.  Ρύση. Θα’ χε πλάκα να είχαμε σε ένα forum τον Έγελο, τον Σωκράτη και τον Παρμενίδη να διαφωνούν για όλα αυτά. 

Να μία συνοπτική προσπάθεια συγκερασμού σύγχρονων επιστημών και φιλοσοφίας. Το άπειρο είναι το κενό. Το κενό είναι το σημείο το οποίο βρίσκεται σε όλες τις πιθανές θέσεις στο χωροχρόνο χωρίς να υπάρχει. Η ύπαρξη αποτελείται από σημεία που βιώνουν τον εαυτό τους στο χώρο και στο χρόνο “ξεχνώντας” τι πραγματικά είναι διότι το επέλεξαν. Γιατί επέλεξαν να ξεχάσουν. Όταν το σημείο θυμάται, αποδέχεται και αφήνεται. Αγκαλιάζεται από όλα τα μη-σημεία. Μαζί ρέουν, ονειρεύονται στον αιώνιο χορό μεταξύ των δύο καταστάσεων. Σημείο. Μη σημείο. Αυτή είναι η ταλάντωση του μηδενός που σε κάποια φάση αν ξεπεραστεί ένα κάποιο κατώφλι πολλών σημείων παρέα, ένα όριο σημειακού δυναμικού αν προτιμάτε, έρχεται η ρήξη του ψευδομηδενικού όσο θα μπορούσε να πει κανείς χάους (δες Κρατύλο για τα περί τάσεως προς την μηδενική φύση του ελαχίστου όντος και δες σημείωση για το 1 + 0 = ∞). Και η ρήση της υλοενέργειας. Ή έτσι την βλέπουν οι εκ των έσω τέλος πάντων. Αυτοί που είναι υπό την επιρροή του χρόνου που δημιουργείται. Οι εσωσυμπαντικοί, εσωκοσμικοί. Οι εντός του κοσμικού ωού. Πέστε τους όπως θέλετε τέλος πάντων. Πως γίνεται θα αναρωτιέστε ένα σημείο να «ξεχάσει»; Μα γιατί επιλέξατε κύριοι αναγνώστες μου να βλέπετε μόνον το 4% της μάζας του σύμπαντος ας πούμε (όλα τα άλλα τα λέμε σκοτεινή ύλη και ενέργεια); 

Η ρύση έχει νοηθεί ως ένα σωρό πράγματα. Ως πέρασμα από το άπειρο στο πεπερασμένο.  Ως πτώση. Ως η αρχή του χρόνου και της δημιουργίας. Ως η διαφοροποίηση του εγώ. Θυμάμαι μία συζήτηση για τον Rupert Sheldrake και τα μορφογενετικά πεδία που είχε εξελιχθεί σε αναλύσεις για τις καρμικές αρχές. Είχε πει τότε κάποιος. “Μερικοί λένε πως μπορείς να εμπιστευθείς έναν εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες. Εγώ ξέρετε τι πιστεύω; Και η ζωή μία συνήθεια είναι. Αυτό που κρατά τη ζωή σε αυτοαναπαραγωγή είναι η ύστατη φαυλότητα της. Αυτή η συνήθεια από την οποία κανένας διαολάκος σαν κι εμάς δε θέλει να απαλλαχτεί. Είναι αυτή που σχεδόν δίνει αξία στη φυλακή.

Άρα μέχρι τώρα προκύπτει το εξής ανήκουστο και εκ πρώτης όψεως άκρως σκανδαλώδες και ασυμβίβαστο. Αν το θέλημα του Πατρός ως "ον" είναι το ύψιστο δέον ,αναφερόμενο και ως πατρικός νόμος,  τότε σε αυτό το δέον ενυπάρχει είτε η αστοχία της μνήμης είτε το ηθικόν παράπτωμα. Απελπισία έτσι; Όχι μόνον οφείλει κανείς να τα βρει με την απελπισία, τη φαυλότητα και τη δυσφορία αλλά πρέπει να αισθάνεται και αμαρτωλός. Σωστά;

Για κάτσε λίγο ρε αναγνώστη. Πριν συνεχίσεις αναρωτήσου αν θέλεις να ακούσεις κι άλλο από αυτά. Ίσως να είσαι και από τους τυχερούς που έχουν αφήσει την απελπισία, τη φαυλότητα και τη δυσφορία πίσω τους οπότε δε χρειάζεται να συνεχίσεις.

Αφού η απελπισία, η δυσφορία και η φαυλότητα το λοιπόν είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής πρέπει να ξαναγράψουμε για αυτά. Ή μήπως όχι;  Πόσο βαθιά πηγαίνει όλο αυτό ρε παιδί μου; Ως το σκοτάδι της αβύσσου ίσως; Μήπως όμως δεν έχει πάτο το πηγάδι της; Βρε μήπως όσο περισσότερο σκάβει κανείς τόσο πιο πολύ απομακρύνεται από το φως; Μπας και η τρελή αυτή πλανεμένη σταυροφορία, να βρεθεί ο κάτω κόσμος της ψυχής και οι ρίζες της δυσφορίας και της φαυλότητας μία και καλή, ανοίγουν και διάπλατα  το ίδιο μας τον τάφο; Μας φτάνουν στο πυρ το εξώτερο και σχεδόν στη σταύρωση μας; Αν σχιστεί και το τελευταίο πέπλο ,το ύστατο κατώφλι της υπάρξεως, θα συνεχίσει να υπάρχει κάτι; (Ναι για την εξάλειψη των εγώ μιλάμε τόση ώρα…)

Πάντα μιλάμε για τελευταίο πέπλο, κατώφλι, όριο. Έτσι δεν είναι; Αυτό δε κάνει η ανθρώπινη σκέψη όταν προσπαθεί να βρει το τελικό σύνορο της ύπαρξης; Είτε θεουργικά, είτε φιλοσοφικά, είτε δια της επιστήμης; Και φτιάχνει κουλά αξιώματα για κτιστά και άκτιστα. Θεσμίζει όρια κατανόησης δηλαδή. Παρόλο όμως που ομιλούμε για τελευταίο όριο ως θέσφατο δεν υπάρχει τέτοιο. Είναι αφορισμός ρε παιδί μου που γίνεται κατά σύμβαση. Δεν υπάρχει «μη ζωή» -όπως δε μπορεί να νοηθεί απόλυτο μηδέν-. Ψάξτε και ξαναψάξτε. Δε θα τη βρείτε. Και για κάθε απάντηση που θα δίνετε θα δείτε ότι έρχεται σχεδόν αυθόρμητα να σφηνωθεί μες στο μυαλό σας η ανταπάντηση «Να αλλά αν το δεις έτσι … μπλα μπλα μπλα». Θα ρωτήσετε τι υπάρχει μετά το πέρας του σύμπαντος. Και θα σας πει η επιστήμη ή η φιλοσοφία ή ο όποιος γκουρού πως υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που δε βλέπετε. Τα άκτιστα,το χάος,ο κόσμος ιδεών και ότι άλλο αρέσει του καθενός. Είναι θέμα ματιών δηλαδή ή και της θέλησης για όραση.  Για να το πάρουμε το λοιπόν από την αρχή.

Η ζωή, αυτή που νομίζουμε εμείς δηλαδή ζωή, έχει αναπτύξει μία ενδογενής εμμονή. Εμμονή που έχει να κάνει με την ψευδαίσθηση που έχει φτιάξει η ίδια για κάποιου είδους πεπρωμένο. Με τον τρόπο με τον οποίο έχουν δομηθεί οι ταυτότητες μας, τα εγώ μας, καταφέρνουν να υποκλέπτουν, αυτά που πιστεύουν πως είναι στοιχεία ή συστατικά της αλήθειας της πραγματικότητας και του θείου και να τα διαμορφώνουν σύμφωνα με τις χαμηλότερες και πληγωμένες φύσεις τους, προς το σχηματισμό ενός τιτάνιου ριζικού. Ενός νομο(σ)ταγούς μηχανισμού που παίρνει διαστάσεις φυλακής. Του Matrix.

Lets face it. Ότι κάνουμε, όποιους συναντάμε, γενικά όλες τις εμπειρίες μας τις επιτρέπουμε να εφαρμοστούν ωσάν βδέλλες στην αυταπάτη της προσωπικής μας αφήγησης. Παντρευόμαστε, πηγαίνουμε σε ομάδες, γράφουμε βιβλία, τραγουδάμε και συμμετέχουμε σε όλο αυτό το εποικοδόμημα, βάζοντας την ενέργεια και τη προσοχή που χρειάζεται για να φτιαχτεί το Matrix, που μας κρατά μακριά από το να καταλάβουμε την αλήθεια για μας και την πραγματικότητα. Ακριβώς γιατί αυτό το ίδιο φαίνεται σαν η έσχατη αλήθεια - πραγματικότητα.

Για να το πούμε και στα κορακίστικα ,πλάκα κάνω, είναι η παλιά ιστορία που θέλει του δαίμονες να είναι μεταμφιεσμένοι σε αγγέλους και να μας δελεάζουν προς τις φωτιές της κολάσεως παίζοντας με τη ματαιοδοξία μας. Εκεί κάπου κοκαλώνει το πράγμα. Είναι το παράδοξο του πεπρωμένου και της ελεύθερης βούλησης που περιγράφει όμορφα η αλληγορία του Matrix. Ότι δηλαδή υπάρχει αυτή η «φυλακή» η οποία λέει στον καθένα ότι είναι ελεύθερο άτομο ακριβώς για να τον ελέγξει πιο εύκολα. Έχουμε φυλακιστεί στην αυτοθέαση του εγώ μας. Εδώ είναι και το σημείο από το οποίο αναβλύζουν όλες οι αντιφάσεις. Η βάση της αντίληψης ότι είμαστε διακριτές, ξεχωριστές οντότητες είναι όσο αυθαίρετη είναι και η ρητορική περί πατρικού νόμου. 

Από τη στιγμή που η διαλεκτική πάσχει στο να βρει ένα σημείο σχετικοποίησης και αποσχετικοποίησης είναι τελείως υποκειμενικό αν κάποιος θα προτιμήσει τον ηρακλείτειο ενεργισμό και τον “άγνωστο θεό” των αρχαίων ή τα των κτιστών και άκτιστων, πυρών εξώτερων, πατέρων-υιών και εξωσυμπαντικών νοών κλπ. Φαίνεται ιστορικά πάντως πως τα δεύτερα ,τα οποία και πρέπει να ανεβάσουμε επίπεδο – αναμορφώσουμε (ισχύει σαφώς το ότι πρέπει να αναβαθμίζονται τα νοήματα και οι φαντασιακές σημασίες κάθε συστήματος), πολώσαν τον τρόπο σκέψης προς κάποια πατροναριστική ιεραρχία και έγιναν εργαλεία αυτών που θέλουν να βάζουν όρια στη φύση αυτά της λογοκρατούμενης τους φιλοσοφικής,  θεουργικής ή χειρότερα εξουσιαστικής αντίληψης. Κι αν το πάει κανείς ακόμη πιο πίσω θα μπορούσε να πει τα ίδια για την έννοια θεός.

Προφανώς η ιδέα των δαιμόνων, δηλαδή των μοτίβων - συνηθειών, που μας ξεγελάνε σε μία λάθος αίσθηση του πεπρωμένου είναι παρανοϊκή κι αν ήταν να την αναγνωρίζαμε σαν αλήθεια θα μας ήταν πολύ δύσκολο να μην οδηγηθούμε στη σχιζοφρένεια. Τελείως περιπαικτικά όμως για μας, είναι τα κατασκευασμένα μας εγώ που είναι υπεύθυνα για τη συνδημιουργία αυτής της διαβολικής και απατηλής σφαίρας. Του Matrix. Και είναι αυτά που επιμένουν να τα βλέπουν όλα με τόσο μαυρόασπρους όρους. Επιμένοντας σε αυτά λοιπόν τα διπολικά σχήματα που μας παρασέρνουν σε μία μυθοπλαστική ότι είμαστε ξεχωριστές οντότητες, υπάρχει ο κίνδυνος να  φτιάχνουμε συνέχεια και νέα Matrices μέσα στο Matrix λόγω του φόβου και της αντίστασης και άρα να ενισχύουμε τα δεσμά της φυλακής μας.

Το μαύρο όμως και το άσπρο δεν είναι ξεχωριστά όντα αλλά αντίθετοι πόλοι του ίδιου άφυλου ενεργειακού συστήματος. Και ο άνθρωπος είναι ικανός να κοινωνήσει όλο το φάσμα της ενέργειας του. Ο κίνδυνος δεν είναι να πιστεύει κανείς ότι θα γίνει το θήρευμα κάποιου διαβολικού όντος. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να μπερδεύει το άσπρο με το μαύρο, το ζεστό με το κρύο, τη μέρα με τη νύχτα και να αντιδρά αναλόγως. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να πιστεύει ότι συμβαίνει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει και να πράττει τα μη “δέοντα” αναπαράγοντας την φαυλότητα του. Έτσι είναι μία αυταπάτη σαν κι αυτή του Matrix που καταφέρνει να αυτοδιατηρείται με τρόπους που οδηγούν όλο και πιο βαθιά στη πλάνη του εαυτού.

Σημείωση για το 1 + 0 = ∞ ή το 0*∞=1 των Πυθαγορείων

Η άρνηση του μη σημείου δε δίνει σημείο.Η άρνηση του άτοπου δε δίνει τόπο.Η άρνηση του μη σημείου όπως και η άρνηση του άτοπου δίνουν τη κατάφαση-επιβεβαίωση όλων των σημείων και όλων των τόπων. Όχι όλων των γνωστών αλλά όλων των εν δυνάμει συλληφθέντων. Το μηδέν δηλαδή γίνεται αντίστοιχο του δυναμικού του παντός, της άπειρης δυνατότητας ή δυνητικότητας και άρα συνώνυμο του απείρου. Η άρνηση του μηδενός οδηγεί στην περατότητα και άρα στην αυτοπαγίδευση του ενός. Δηλαδή στο Matrix. Η πλήρη αποδοχή οδηγεί το εν-πρόσωπο σε ταύτιση με τη κένωση και τον ελάχιστο εαυτό.

Σας θυμίζω και κάποια λόγια του Χάιντεγκερ. Αυτός που κατανοεί το Είναι, είναι ένα ον που είναι αυτό που είναι, συν τη δυνατότητά του να γίνει κάτι που ακόμα δεν είναι. Είναι δηλαδή ένα ον μπροστά από τον εαυτό του, ενα ον καθ’ υπέρβαση, που στοχεύοντας πέρα από αυτό που είναι, επιδιώκει να γίνει αυτό που δεν είναι ακόμα.