10 Νοε 2011

The Impossible

(Περί δημοκρατίας, αυτονομίας και επανάστασης της κοινής λογικής)
Τελικά από όπου και να το δει κανείς ο σύγχρονος και έκπτωτος συνάμα ανθρωπολογικός τύπος αρνείται ακόμη και τώρα σε στιγμές ύστατης αξιακής χρεοκοπίας να αποδεχθεί την αληθινή παθολογία του πολιτισμού του. Παλινωδεί  μεταξύ λογοκρατιών που νομιμοποιούν την κοινωνική θέσμιση κάνοντας επικλήσεις σε υπεροπτικές ορθολογικότητες συρρικνωμένες στα όρια κάποιου οικονομικού μεγίστου ή αρίστου. Για την ευημερία του ή την τραγωδία του προσφεύγει σε εγχειρίδια μακροοικονομίας που βρίθουν εξισώσεων αλλά στερούνται νοημάτων εκτός ίσως ως ασκήσεις γραμμικής άλγεβρας και διαφορικού λογισμού. Ποσοτικοποιούν το απροσδιόριστο και ολοκληρώνουν το άγνωστο. Αποτιμούν και ιεραρχούν τα πάντα με βάση την οικονομική τους διάσταση. «Εξορθολογίζουν» το βίωμα εξομοιώνοντας το με ένα αριθμητικό ισοδύναμο ακολουθώντας συμβάσεις που υπαγορεύει η όποια ιδεολογία υποστηρίζουν. Δεν απαντούν στο αν το εμφανές πλέον πρόβλημα συστημικής ευστάθειας είναι κοινωνικό, πολιτικό, εθνικό, ευρωπαϊκό, παγκόσμιο ή πολιτισμικό.  Μεταξύ άλλων δηλαδή σήμερα διαπιστώνεται το χάσμα ανάμεσα στο σύστημα αυτό καθαυτό και τα εργαλεία που επιχειρούν να το περιγράψουν και να το νομιμοποιήσουν.


Η πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ιδανική, διεπόμενη από αδιάβλητους κανόνες. Αντίθετα χαρακτηρίζεται παγκοσμίως από τις ανομολόγητες παρασκηνιακές κρατικές μεθοδεύσεις και από τις διαπλοκές  των αλληλένδετων πολιτικών εξουσιών και οικονομικών συμφερόντων. Η παράνοια της τωρινής καπιταλιστικής καθημερινότητας δικαιολογείται με το πρόσχημα του αναπόφευκτου και ότι καμία πολιτική δε μπορεί να αντισταθεί ολοκληρωτικά στη κατασπαρακτική δύναμη της οικονομίας.  Από την άλλη η έλλειψη ενός πολιτικού κινήματος ικανού να δονήσει του πληθυσμούς τους αφήνει έρμαια των χρηματιστηριακών κερδοσκοπιών. Ο πολίτης αιωρείται μεταξύ ψευδομιγμάτων πολιτικής ασπόνδυλης κατ’ ουσία και υποταγμένης στις συντεχνίες και τους επαγγελματίες της εξουσίας. Έτσι όπως διαφαίνονται τα πράγματα δεν αποκλείεται τίποτε απολύτως να μην εμποδίσει την αυτοπαγιδευμένη συναινετική πραγματικότητα από την ολοσχερή καταστροφή της. Εκτός κι αν γίνει το κατ’ αρχήν ανόητο ή άντε αδιανόητο. Τελικώς βέβαια αυτονόητο. Impossible λένε κάποιοι.

Μη γελιέστε όμως. Το impossible δεν είναι καμιά επανάσταση όπως την φαντάζονται οι κομμουνάρες.Ο κομμουνισμός έχει φανεί ιστορικά ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Είναι απλά μία εκδήλωση του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Εν πολλοίς ίσως χειρότερος καθότι στην φιλελεύθερη ολιγαρχία του καπιταλισμού αντιπροτείνει τον ανορθολογισμό της κομμουνιστικής πολιτικής που οδηγεί σε παντελώς αυταρχικές εξουσίες κι εν τέλει σε έναν αναπόδραστο ολοκληρωτισμό. Τουλάχιστον στον σύγχρονο καπιταλισμό κάποιοι έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν την άγνοια ή τον ύπνο. Όπως και ο σημερινός πάντως κατ’ ουσία φιλελευθερισμός έτσι και μαρξισμός όσο άντεξε μεταμορφώθηκε σε μία ιδεολογία που την χρησιμοποιούσαν μικρές ομάδες για άσκηση και διατήρηση εξουσίας. Αδυνατούσε να περιγράψει το γραφειοκρατικό φαινόμενο, υποβάθμισε τον ίδιο τον ταξικό αγώνα του απλού πολίτη υποβαθμίζοντας την δημιουργική του ικανότητα και δεν μπόρεσε να επαυξήσει την οικονομική θεωρία προς το σχηματισμό μιας ευρύτερης αξιακής. 

Η ανεπάρκεια του σημερινού καπιταλισμού αλλά και του ιστορικού σοσιαλισμού έχει να κάνει με την τάση που έχει δείξει έως τώρα η κληρονομημένη φιλοσοφία να αναζητά βεβαιότητες και «αντικειμενικές» θεμελιώσεις -αποτέλεσμα της φύσης μας που μας ωθεί προς τη σιγουριά, την ασφάλεια, τη σταθερότητα τη ραθυμία και την φυγοπονία-. Αυτή η τάση κρυσταλλώνει τη θεωρία και δημιουργεί συστήματα που εκ κατασκευής περιέχουν αυτοματισμούς οι οποίοι προσπαθούν να ελέγξουν όλες τις δραστηριότητες καθοδικά της εξουσιαστικής ιεραρχίας. Αναπόφευκτη συνέπεια αυτού είναι τελικά η κρίση σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής, αφού διαρρηγνύονται όλες εκείνες οι ψυχικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που επιτρέπουν την ολιστική πρόσληψη. Της τέχνης, του λόγου (αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί η γλώσσες φθίνουν?) ή της επιστήμης λόγου χάριν. Ακόμη περισσότερο έχει ως συνέπεια τον εγκλωβισμό της φαντασίας και τη δημιουργικής ικανότητας. Όλα εντάσσονται σε pattern σαλαμοποίησης και τρομοκράτησης. Με πόρτες διαφυγής ξανά προς συστημικές αναδιπλώσεις τη ίδιας κληρονομημένης φιλοσοφίας και συντηρητικές αναπροσαρμογές του ιδίου συστήματος. Εκτός κι αν οριακά γίνει όπως είπαμε το impossible που στην πράξη καθόλου impossible δεν είναι αν σκεφτεί κανείς πως αποτελεί συνέπεια της εντροπίας που στο τέλος φέρνει ή κατακλυσμό ή άλμα. 

Ας στοιχειοθετήσω σύντομα κάποιες σκέψεις: 

Πλέον στη φυσική η αρχή της απροσδιοριστίας, ο κυματοσωματιδιακός δυϊσμός, η αλληλεπίδραση παρατηρητή και παρατηρούμενου, η έννοια της τοπικότητας (στο "παράδοξο ERP"), για να αναφέρω κάποια πολύ βασικά, θίγουν το βασικό χαρακτηριστικό του «είναι» όπως το έχει αποδώσει έως τώρα η κληρονομημένη φιλοσοφία. Και αυτό είναι η καθοριστικότητα. Το σκέπτεσθαι οφείλει να ανασκευαστεί μετά της διαπίστωσης που θέλει κεντρικό χαρακτηριστικό του «είναι» να μην είναι η καθοριστικότητα αλλά η διαρκής αυτοαλλοίωση του.  Η σκέψη οφείλει να σταματήσει σύμφωνα με την τάση της δύσης να θεσμίζεται ως λόγος και άρα να ωθεί την κληρονομημένη φιλοσοφία στη δημιουργία αξιωμάτων και θεωρήσεων ώστε να υπάρξουν αποτελεσματικές δράσεις. 

Μπροστά στην παραδοσιακή οντολογία «του πέρατος», της καθοριστικότητας (όρος πλατωνικός αλλά και εγγελιανός), ούσα «συνολοταυτιστική» ,όπως την είπε ο Κάστορας, και ακατάλληλη να σκεφθεί το αέναα έτερο, αντιπροτείνουμε την αριστοτέλεια ενεργειοκρατία ή τον ηρακλείτιο ενεργισμό που δεν απολυτοποιούν το λόγο και δεν δημιουργούν τάσεις κατασκευής μαζικών δογμάτων, κανόνων, νόμων. Ο λόγος δεν αποτελεί κυρίαρχο όργανο κυριαρχίας (Nietzshe, Marcuse) ούτε είναι απαραίτητα το ικανότερο μέσο παρά μόνο με την επικράτηση της συνολοταυτιστικής διάστασης του -πάντοτε μερική- και τον εξοβελισμό, -πάντοτε μερικό- της φαντασιακής διάστασης.

Με την παραδοχή της ενεργειακής ρευστότητας του λόγου και της εγγενούς απροσδιοριστίας του «είναι» απορρίπτεται η προσπάθεια αναγωγής της ανθρώπινης ιστορίας σε αποκλειστικά βιολογικούς παράγοντες και αποσυνδέεται η ιστορία από προϊόν μιας κάποιας μονοσήμαντης έλλογης δραστηριότητας. Η ιστορία δεν αποτελεί  μία ένωση κουκίδων, μέσω συμβάσεων και προσεγγιστικών εργαλείων, για να βγει μία γραμμή. Είναι ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων ποσοτήτων και ποιοτήτων που πρέπει να επαναξιολογείται ανά στιγμή. 

Κοινωνία και ιστορία -το λεγόμενο κοινωνικο-ιστορικό του Κάστορα- αποτελούν κάτι αντίστοιχο του κυματοσωματιδίου, και νοούνται ως αποτέλεσμα του κοινωνικού φαντασιακού δηλαδή της κοινωνικής ικανότητας οντογέννεσης. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να εξορθολογιστεί πλήρως και διατηρεί πάντοτε μία εγγενώς απροσδιόριστη διάσταση καθώς οι συνιστώσες της είναι ένα πλέγμα αδύνατο να διαχωριστεί. 

Να τονιστεί πως έτσι δεν αμφισβητεί κανείς την ερμηνευτική ισχύ των επιστημών ή της επιστημονικής διερεύνησης. Αντιθέτως γίνεται η παραδοχή πως η πραγματικότητα επιδέχεται πολλών «λογικών» εξηγήσεων ανάλογα τη σκοπιά και τα εργαλεία. Ο παρατηρητής επηρεάζει του παρατηρούμενο. Η νομιμότητα του επιστημονικού εγχειρήματος επαφίεται στη δυναμική πλέον «κοινή λογική». Μέχρι τώρα η κληρονομημένη φιλοσοφία έδινε την ψευδαίσθηση πως επέτρεπε τον πλήρη εξορθολογισμό της ιστορίας, πράγμα όπως διαφαίνεται από τα προλεγόμενα άτοπο καθώς προϋποθέτει την κατοχή της αλήθειας –ή όλης της πληροφορίας μεταξύ δύο κουκίδων-χρονικών στιγμών αν προτιμάτε- που βεβαίως είναι ατελής(ατελείωτη),  καίει,  και ποτέ καμιά μνήμη δεν αρκεί να την χωρέσει. 

Θα διερωτάστε λοιπόν ποια είναι η αλήθεια; Ήταν βολικό έως τώρα για την παραδοσιακή οντολογία του πέρατος και της καθοριστικότητας, να δημιουργεί κλειστές γνώσεις, ανθρωποφαγικές ηθικές και μία φαύλη ιστορική πραγματικότητα. Και τελικά να καταστέλλει την ανθρώπινη φαντασία που είναι η κατεξοχήν πηγή οντογένεσης αλλά και κατεξοχήν η ικανότητα που προσδιορίζει το ανθρώπινο ον και που θα μπορούσε να παίξει μέσα στην ιστορία των θεσμισμένων κοινωνιών ρόλο λυτρωτικό. Όλα τα θρησκευτικά – πολιτικά - εξουσιαστικά ρεύματα  των τελευταίων χιλιετιών φέρουν μεγάλη ευθύνη για αυτό. Επικαλούνται παράδοξα την μία δική τους αλήθεια. Αποκρύπτουν βέβαια το προφανές. Η αλήθεια δεν είναι μία. Η αλήθεια είναι η κοινωνική μνήμη. Είναι η συναινετική πραγματικότητα. Είναι το αποτέλεσμα σύγκλισης του ατομικού-ριζικού φαντασιακού με το κοινωνικό φαντασιακό και το αντίστροφο. Είναι ο γεωμετρικός τόπος που ορίζουν οι σχέσεις ανάμεσα στα υποκείμενα και το σύνολο. Ένα σύνολο διασυνδέσεων. 

Με τις παραπάνω παραδοχές εύκολα αναδεικνύεται η δημιουργική διάσταση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αν το υποκείμενο δεν κληρονομήσει μία φιλοσοφία, μία ιδέα ή ένα θεσμό θα παίξει σημαντικό ρόλο στην δημιουργία, διαμόρφωση και μεταμόρφωση του. Από την ετερονομία, τον ορισμό της αλήθειας-νόμου από κάποια θολή και με αλαζονικές καταγωγές ιεραρχία, περνάμε στο πρόταγμα της αυτονομίας. Από τις δέκα εντολές, ή τους νόμους κάποιας δημοκρατικής παρωδίας περνάμε στην αυτοθέσμιση. Από τους αστικούς ορθολογισμούς των κομματικών απόψεων που προσπαθούν να επικυρώσουν ωφελιμιστικά τον σκοπό τους,  περνάμε στα προτάγματα της αυθυπαρξίας. Η φυσική πραγματικότητα που επιδέχεται πολλών λογικών, πολλών τρόπων δηλαδή, γίνεται αντικείμενο συνδιαμόρφωσης.  Δεν υπάρχει κάποιο εγγενές νόημα ούτε κάποια «αιώνια» αλήθεια πέρα από αυτό που δημιουργεί η ίδια η κοινωνία μέσω της ιστορίας.

Σε μία δημοκρατία που έχει θεσπιστεί πάνω σε τέτοιες φιλοσοφικές βάσεις, με την άρνηση των όποιων αυθεντιών ή της όποιας αυθεντικότητας, ξεπροβάλλουν αυθόρμητα ως τα βασικά σχήματα της ελευθερίας η συμμετοχή ως πρόταγμα αυτονομίας και η συλλογικότητα ως διάθεση για αυτοοργάνωση της κοινωνίας. Εύκολα το λοιπόν διαπιστώνει κανείς το σαφές έλλειμμα της σημερινής δημοκρατίας. Έλλειμμα στο οποίο μας οδηγεί ο τρόπος με τον οποίο αποδεχόμαστε να διαμορφώνονται οι πολιτικές αυτού συστήματος. 

Την ώρα που η αλήθεια της κοινής γνώμης προσβάλλεται σωρηδόν και η σημασία της άποψης - της γνώμης - της διάθεσης εξοστρακίζεται στο πυρ το εξώτερο, την ώρα που οι πολιτικοί ταυτίζουν το εφικτό με το ραγιαδισμό και οι εκλογές φαντάζουν ως placebo, την ώρα που η επιτάχυνση της εξέλιξης κάνει τα 4 χρόνια ανά εκλογές να φαίνονται αιώνες, γίνεται αντιληπτό πως το impossible στο οποίο αναφερθήκαμε δεν είναι κάποια οργανωμένη επανάσταση με φωτιές και τσεκούρια ούτε κάποιο πραξικόπημα με τανκς. Δεν είναι κάποια ένδοθεν μεταβολή του συστήματος και της φαύλης κομματοκρατίας ούτε κάποια μαγική μεταμόρφωση των πολιτικών ή των απολίτικων πολιτών. Ούτε φυσικά κάποια επιστροφή στον Μαρξ. Είναι το αναπόφευκτο όριο αλλά και συνάμα η συνθήκη κάθε δημοκρατικής κοινωνίας. Η ύβρις. Η ύβρις εναντίον της ετερονομίας. Η ύβρις εναντίον της αδικίας που αυτή προκαλεί. Η ύβρις εναντίον των έξωθεν κομισμένων λογικών. Η καταγγελία της δημοκρατίας ως μη δημοκρατίας. Η καταγγελία της ως πολίτευμα που έχει χάσει όλα τα δομικά του χαρακτηριστικά, και έχει πάρει αυτά της τυραννίας.

Τρανό παράδειγμα η χώρα μας που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα της παγκόσμιας κρίσης. Έρχονται δεύτερες οι όποιες συζητήσεις για μείγματα πολιτικής, σοσιαλδημοκρατίες, φιλελευθερισμούς,  ευρωπαϊκούς προσανατολισμούς, οικονομικές τεχνικές, πολιτικές συμμαχίες και λοιπούς αστικούς ταλιμπανισμούς όταν στη πράξη έχει καταλυθεί ολοσχερώς το πολίτευμα.

Με τέτοιες συνθήκες φάρσας ή φιάσκου, ειδικά στη χώρα μας, ίσως είναι η ύστατη ευκαιρία για τον καθένα από μας να προτάξει αυτό που τελικά δεν είναι και τόσο ανόητο αλλά είναι μάλλον αυτονόητο. Την αυτονομία του. Την ελευθερία του. Είναι αυτός που οφείλει και θέλει να ορίζει τον εαυτό του,  αντί οι αποφάσεις να παίρνονται ερήμην του. Να καταγγείλει την σύγχρονη δημοκρατία με σκοπό να την καταλύσει αυτή και την συναινετική πραγματικότητα που την έπλασε. Αλλά και να την ξαναιδρύσει. Και ταυτόχρονα να μεταμορφώσει μέσα από αυτές τις διεργασίες και το μιαρό σύστημα που την συνοδεύει. Να πυροδοτήσει την παγκόσμια κοινωνική μεταστροφή προς το προφανές του προτάγματος της αυτονομίας. 

Πως θα γίνει αυτό; Να απαιτήσει σταθερά και επίμονα εκλογές για συντακτική εθνοσυνέλευση, καινούριο εξ υπαρχής σύνταγμα με όρους που θα αποκλείουν την επιστροφή της κομματοκρατίας, την διείσδυση των οικονομικών συμφερόντων στη πολιτική αλλά με εργαλεία για την αυτοθέσμιση της κοινωνίας και την εγκαθίδρυση πιο συμμετοχικής δημοκρατίας. 

Δεν γνωρίζω αν η ραγδαία επιτεινόμενη οικονομική ύφεση οδηγήσει σε έκρηξη βίας και αίματος, σε πανικό ζούγκλας ή όπως εκτιμώ ή επιθυμώ το αίσθημα οργής μετατραπεί σε πολιτισμένη μαζική παθητική διαμαρτυρία. Κανείς πάντως δεν θα στοιχημάτιζε πως η πλημμυρίδα της εντροπίας θα καταπνιγεί. Το impossible είναι απλά και μόνο θέμα βούλησης.

Έως του σημείου που θα σχηματιστεί μία κρίσιμη μάζα ικανή να σπρώξει τις εξελίξεις, εγώ προσωπικά θα επαινώ την τιμωριτική ψήφο που απονομιμοποιεί τη  σημερινή φαυλότητα.

Ζήτω η επανάσταση της κοινής λογικής.