3 Μαΐ 2011

Περί φαντασιακού...

Ο όρος imaginal ως διεθνής νεολογισμός αναφέρεται στην δημιουργική αυτή ικανότητα του ανθρώπου που ως διάσταση της φαντασίας του αποτελεί εφαλτήριο μεγάλων επιτευγμάτων. Δεν αναφέρεται στη φαντασία που γεννά φαντάσματα και φαντασιώσεις αλλά σε αυτό που οι εσωτερικές παραδόσεις περιγράφουν ως νοητική έκφραση της συνειδητότητας.H σύλληψη ενός ποιήματος λόγου χάριν ή της αρχιτεκτονικής ενός κτιρίου ή αγάλματος σε πρωτογενές επίπεδο υπάρχει μόνο ως νοητικό σχήμα μακριά από την χειροπιαστή μας ύλη. Παρόλα αυτά η οποιαδήποτε νοητική διεργασία προϋποθέτει μία κάποια ύπαρξη, και για αυτό θα μπορούσε να γίνει λόγος για μία ολόκληρη φαντασιακή τοπογραφία στην οποία ενυπάρχουν οι έννοιες του νου και των νοητικών διεργασιών, όπως και οι έννοιες της αυτοσυνείδησης και συλλογικής συνείδησης. Στην κοσμολογική εσωτερική παράδοση χαρτογραφείται το φαντασιακό επίπεδο μεταξύ πνευματικού και υλικού πεδίου στον μεσόκοσμο (πχ Gurdjieff) κατά τον ίδιο τρόπο που γίνονται συγκεκριμένες αντιστοιχήσεις μεταξύ χαρακτηριστικών όπως η διαίσθηση, η έμπνευση και μερών του ανθρώπινου σώματος, εγκεφάλου.


Το παρόν άρθρο αφορά αυτό που αναφέρεται ως φαντασιακό.
Η όποια απόπειρα περιγραφής του φαντασιακού κρύβει αναπόφευκτα πίσω από τους εκφραστικούς της μηχανισμούς την προσωπική κατάκτηση της έννοιας αυτής από τον γράφοντα καθώς και το ίδιο του το φαντασιακό. Πέραν τούτου όμως το άρθρο εστιάζει στα κοινά σημεία των θέσεων του μπλοκ με την καστοριαδική οπτική(σε άλλο άρθρο θα γίνει και κριτική).

Το φαντασιακό ως ουσιαστικό αποτελεί μία πολυσήμαντη και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια. Πολύ συχνά για να εντοπίσουμε τον ρόλο του σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο ανατρέχουμε σε λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές παραγωγές και τις διασυνδέσεις αυτού μες τις έννοιες του ιδεολογικού, του συμβολικού και της αναπαράστασης. Η συνδέσεις απλώνονται στον τρόπους που χρησιμοποιεί η ανθρώπινη συνείδηση για να αναγνώσει την φύση, τις έννοιες του χωροχρόνου, της δημιουργίας, της ψυχής, του νου και τελικά της ταυτότητας της ίδιας της συνείδησης.

Οι ποικίλοι επιμέρους προσδιορισμοί του φαντασιακού δεν τοποθετούν την σημασία του εντός κάποιου φαντασματικού, πλασματικού και ειδωλικού πλαισίου. Αντίθετα η σημασία του ιδίου είναι η τοποθέτηση νέων μορφών ως δεσμός σχεδόν αυθαίρετος μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Είναι θα λέγαμε ο ρους που ωθεί μία ιδέα –αφηρημένη  ως έννοια από μόνη της- να γίνει παράσταση σκέψης και ψυχικό αποτύπωμα. Όσο οργανώνεται η σημειολογία της συνείδησης και όσο αυτή η τελευταία αποδέχεται κάποιους εκφραστικούς τρόπους, το φαντασιακό προσδιορίζεται επιθετικά και γίνεται πιο καθορισμένο. Έτσι έχουμε αναφορές για σωματικό, ερωτικό, ονειρικό, διανοητικό, αρχετυπικό, συμβολικό, κοσμικό,  πολιτικό, συλλογικό, θεσμίζον φαντασιακό κ.ο.κ. Στον ευγενή του ορισμό όμως το φαντασιακό είναι πολύ καθοριστικό και  καθόλου καθορισμένο γιατί απλούστατα υπερβαίνει οποιοδήποτε αιτιακό, λειτουργικό και ορθολογικό σχήμα.

Το φαντασιακό εκδηλώνεται ως φαντασία είτε στο ανώνυμο συλλογικό ψυχικό σώμα είτε στο ατομικό. Η φαντασία είναι νοητική λειτουργία αντίληψης και γνώσης της ψυχής ενώ η φαντασιακή οπτική της τελευταίας αντιδιαστέλλεται αυτό που ο Καστοριάδης αναφέρει ως συνολοταυτιστική διάσταση της σκέψης και της πραγματικότητας και έχει να κάνει με την λογική-αιτιοκρατική σύνδεση σκέψης, λόγου και φύσης.  Ως απλοϊκό βιολογικό παράδειγμα αποσαφήνισης του διπόλου φαντασιακής και συνολοταυτιστικής διάστασης μπορεί να αναφερθεί εδώ η σχέση μεταξύ των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου. Το αριστερό διατηρεί λογική, γραμμική διαδοχή στην πορεία της σκέψης, χρησιμοποιεί συμβολισμούς, επεξεργάζεται τα υπαρκτά ερεθίσματα λεκτικά και έχει επίγνωση του χρόνου. Το δεξί λειτουργεί άχρονα, συγκεκριμένα, διαισθητικά, μη λεκτικά και παράλογα.

Ας δούμε εν συντομία τις θέσεις τις Καστοριαδικής ανάλυσης παράλληλα με σχόλια:

Από την σχέση μεταξύ χρόνου και «είναι» προκύπτει η διαπίστωση ότι το κεντρικό χαρακτηριστικό του «είναι» είναι η διαρκής αλλοίωση του. Επίσης η απροσδιοριστία είναι εγγενές και συγχρόνως δημιουργικό χαρακτηριστικό του «είναι».  Είναι αυτό που περιγράφτηκε στο άρθρο (1). Τί δηλαδή σύντομα; Ότι όσο πιο βαθιά και τηλεσκοπικά ψάχνεις την αρχή του χρόνου και της φύσης ανακαλύπτεις πως συνεχίζεις να κολυμπάς στο χαοτικό υποκβαντικό υπόβαθρο της τελευταίας που γεννιέται και πεθαίνει από την ταλάντωση του μηδενός και συνεχώς μετουσιώνεται, μετασχηματίζεται και μετατοπίζει τις θέσεις του παρατηρητή κα του παρατηρούμενου δημιουργώντας νέες συνειδήσεις και καταστρέφοντας παλαιές. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο Καστοριάδης περιγράφει το είναι ως μάγμα όπως ο Γκούρτζιεφ δίνει έναν αντίστοιχο ορισμό για την προσωπικότητα. Για την φιλοσοφική διείσδυση οποιαδήποτε κοσμογραφία ή ανθρωπογραφία αναφέρεται έμμεσα και στον κόσμο και στην συνειδητότητα αφού ως γνωστόν κεντρικότατος άξονας της φιλοσοφίας είναι αυτός της σχέσης συνείδησης και κόσμου.

Η ψυχή για τον Καστοριάδη είναι ένας ενιαίος παραστασιακός/ αισθηματικός/ προθεσιακός ρους που δεν υποτάσσεται στην καθοριστικότητα. Είναι η πρωταρχική ικανότητα ανάδυσης παραστάσεων. Η παράσταση είναι ουσιωδώς μη αναλύσιμη, ενώ το νόημα παρουσιάζεται στην ψυχή πάντα ως παράσταση. Γράφει ο Θεοφάνης ο Τάσης: «Στην καστοριαδική προοπτική η πρωταρχική παράσταση μαζί με την ικανότητα του παραστάνειν αναδύονται εκ του μηδενός από την ίδια την ψυχή. Αυτή η πρωταρχική φαντασμάτευση ονομάζεται ριζική φαντασία, η οποία προυπάρχει και προεδρεύει κάθε οργανώσεως, και της πλέον πρωταρχικής, της ενορμήσεως, ότι αποτελεί την προυπόθεση της πρόσβασης της τελευταίας στην ψυχική ύπαρξη και ότι, στην αρχή, η ενόρμηση δανείζεται την παραστασιακή της εκπροσώπηση την Vorstellungsreprasentanz, από το απόθεμα αρχικής παράστασης. Αντίστοιχα, πρωταρχική κατάσταση ονομάζει ο Καστοριάδης την κατάσταση όπου δεν μπορεί να τεθεί διάκριση του εαυτού και του υπόλοιπου κόσμου, όπου η διαφορά δεν έχει αναδυθεί, και όπου η κάθε πρόθεση εκπληρώνεται πριν από κάθε διατύπωση…Η ρήξη της πρωταρχική κατάστασης είναι αναπόφευκτη, εφόσον η ψυχή είναι αδύνατον να επιζήσει δίχως να υποστεί τη διαδικασία του εκκοινωνισμού.»

Ουσιαστικά ο Κάστορας λοιπόν περιγράφει αυτό που που έχουμε πει κι στον χώρο αυτό ως ρήξη της όσο να’ ναι πιο ομοιόμορφης κατάστασης του χάους μέσω τοπικής συσσώρευσης υποατομικής ουσίας που δημιουργεί ακόλουθα την υλοενέργεια και μαγματικά ψυχο-σύμπαντα στα οποία σαφώς εσωτερικά αναδύονται μικρά ψυχο-εγώ κατά αντιστοιχία της πρώτης ρήξης-πτώσης από την πρωταρχικό ακίνητο πρώτο κινούν. Η αναφορά αυτή έχει να κάνει με το πρώτο στάδιο εκκοινωνισμού όπου πλέον γίνεται το πέρασμα σε κατάσταση στην οποία υπάρχει διάκριση εαυτού και υπολοίπου φύσης και για αυτό και ο Καστοριάδης πολύ σοφά δεν διαφωνεί φιλοσοφικά με την ορθόδοξη έννοια της τριαδικότητας αλλά μιλά για την τριαδική φάση του εκκοινωνισμού.

Είναι σημαντικό πως η συζήτηση αφορά ταυτόχρονα το σύμπαν, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Η κοινωνία όπως και η ψυχή είτε ως anima mundi είτε ως ατομική είναι για τον Καστοριάδη «όντα δι’ εαυτόν». Δηλαδή οργανισμοί που επικεντρώνονται στον εαυτό τους και βιώνουν ταυτόχρονα την διατήρηση, την μετουσίωση και την αναπαραγωγή. Εμείς μιλήσαμε για την ναρκισσιστική προϋπόθεση ύπαρξης της συνείδησης προς αυτό-διατήρηση φτιάχνοντας  όλο και μικρότερα -ή μεγαλύτερα ανάλογα την οπτική - τσόφλια, πέπλα όπου εγκλωβίζεται το σύνολο του ιδιόκοσμου σημασιών που ορίζει την ψυχή σε εκείνο το επίπεδο.

Η φύση βεβαίως δεν επιτρέπει κλειστά συστήματα και σαφώς τα τσόφλια-πέπλα που αναφέρθηκαν είναι ημιπερατά καθιστώντας και μαγματικό το περιεχόμενο τους αλλά επιτρέποντας και την μετουσίωση του συνόλου στο οποίο αναφέρονται. Περί της βιολογία του νου όπως περιγράφηκε εδώ, αναφέρθηκε ότι αναπόφευκτα η φύση ευνοεί την αποκρυστάλλωση της γνώσης-μνήμης σε ημι-κλειστά συστήματα. Αντίστοιχο συμπέρασμα βγάζει και ο Καστοριάδης για την σκέψη, όταν αναφέρει ότι  υπάρχει μία μοιραία τάση αυτής προς βεβαιότητες και μοιραίες αντικειμενικές θεμελειώσεις, κρυσταλλώνοντας την ιδία σε θεωρίες.

Με αυτά η καστοριαδική σκέψη αβίαστα φτάνει στην τεράστια κατάκτηση της διάκρισης μεταξύ της φαντασιακής και της συνολοταυτιστικής διάστασης της ύπαρξης. Η συνολοταυτιστική λογική βασίζεται στην οντολογική παραδοχή που θέτει το «είναι» ως καθοριστικότητα. Αυτό έρχεται φυσικά σε αντίφαση με την διαπίστωση ότι το κεντρικό χαρακτηριστικό του «είναι» είναι η διαρκής αλλοίωση του και ότι επίσης η απροσδιοριστία είναι εγγενές και συγχρόνως δημιουργικό χαρακτηριστικό του «είναι».  Συνέπεια αυτού είναι η κριτική από τον φιλόσοφο της τάσης της Δύσης να θεσμίσει την σκέψη ως Λόγο και άρα της τάσης της κληρονομημένης φιλοσοφίας να δημιουργεί αξιώματα και θεωρήσεις για να υπάρξουν αποτελεσματικές δράσεις. Έχει ειπώθει και στον αυτό χώρο η άποψη πως είναι λάθος να τεθεί το είναι ως καθοριστικότητα καθότι η θεώρηση προϋποθέτει την κατοχή της αλήθειας που βεβαίως είναι ατελής(ατελείωτη),  καίει,  και ποτέ καμιά μνήμη δεν αρκεί να την χωρέσει. Για αυτό και πολύ σωστά ο φιλόσοφος μέμφεται την παραδοσιακή οντολογία ως οντολογία «του πέρατος», της καθοριστικότητας (όρος πλατωνικός αλλά και εγελιανός) και «συνολοταυτιστική» καθώς αδυνατεί να σκεφθεί το αέναα έτερο.

Σωστά επίσης στην καστοριαδική ανάλυση η συνολοταυτιστική λογική αντιστοιχεί στο Λόγο και δεν αποτελεί κυρίαρχο όργανο κυριαρχίας (Nietzshe, Marcuse) παρά μόνο με την επικράτηση αυτής της διάστασης -πάντοτε μερική- και τον εξοβελισμό, -πάντοτε μερικό- της φαντασιακής διάστασης. Είναι στενομυαλιά μετά την κατάκτηση της έννοιας του ηρακλείτιου πυρός τόσο καιρό πριν η ανθρωπότητα να επιμένει να απολυτοποιεί το Λόγο και να κατασκευάζει δόγματα θρησκευτικά, πολιτικά κοκ μέσω κλειστών θεωριών και αξιωμάτων. Ο Λόγος δεν είναι πάντα το καλύτερο εκφραστικό μέσο. Η παραδοσιακή οντολογία ως οντολογία του πέρατος και της καθοριστικότητας καταστέλλει για χιλιετίες την ανθρώπινη φαντασία που είναι η κατ’ εξοχήν πηγή οντογένεσης αλλά και κατεξοχήν η ικανότητα που προσδιορίζει το ανθρώπινο ον και που θα μπορούσε να παίξει μέσα στην ιστορία των θεσμισμένων κοινωνιών ρόλο λυτρωτικό.

Η κεντρική έννοια που αναδεικνύεται τελικά είναι αυτή του ριζικού φαντασιακού. Αυτό αναφέρεται στην φαντασία ως δημιουργική ικανότητα και κατεξοχήν δύναμη της συνείδησης να επινοεί μορφές που συνιστούν το αέναα νέο, την αλλοίωση της πραγματικότητας και την αναδυόμενη ετερότητα.

Γράφει ο Καστοριάδης στην Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας: «Το ριζικό φαντασιακό εκδηλώνεται ως ριζική φαντασία στο υποκείμενο και ως κοινωνικό φαντασιακό στην κοινωνία. Το ριζικό φαντασιακό είναι ως κοινωνικο-ιστορικό και ως ψυχή-σώμα. Ως κοινωνικό-ιστορικό, είναι ανοιχτός ποταμός του ανώνυμου συλλογικού. Ως ψυχή-σώμα είναι ρους παραστασιακός / αισθηματικός / προθεσιακός. Ότι μέσα στο κοινωνικο-ιστορικό είναι θέση, δημιουργία, οντοπραξία το καλούμε κοινωνικό φαντασιακό με την πρώτη έννοια του όρου ή θεσμίζουσα κοινωνία. Ότι στην ψυχή / σώμα είναι γι’ αυτή θέση δημιουργία, οντοπραξία το καλούμε ριζική φαντασία.». (Θα μπορούσε φυσικά κάποιος να κάνει λόγο και για συμπαντικό φαντασιακό...)

Το τεράστιο συμπέρασμα είναι ότι η ιστορία πέρα από τους διάφορους βιολογικούς παράγοντες και πέρα από τις όποιες έλλογες δράσεις καθορίζεται και από την δημιουργική-φαντασιακή ικανότητα-υπόσταση. Αυτή μπορεί να είναι είτε ασυνείδητη είτε ενσυνείδητη.

Ο Κάρλ Μάρξ πίστευε πως η δοσμένη πραγματικότητα καθορίζει τη συνείδηση και η τελευταία έχει συνεπώς την δυνατότητα να ανακαθορίσει την πρώτη αντιδρώντας σε αυτήν επειδή αποτελεί αναπόσπαστό μέρος της. Είχε δίκιο μεν ο Μαρξ αλλά μέχρι ενός σημείου. Έρχεται κάποια στιγμή στην εξέλιξη της συνείδησης, κατά την οποία η ίδια η συνειδησιακή διαλεκτική αυτοσυνειδητοποιείται όχι μόνον απέναντι στην φύση αλλά απέναντι στα αίτια της. Από την στιγμή της συνειδητοποίησης της αυτοπαγίδευσης κι έπειτα η συνείδηση ξεκινά μία πολύπλοκη διαδικασία αυτονόμησης που ποτέ δεν υποψιάστηκε ο Μαρξ. Εκεί αρχίζει η ενσυνείδητη εμπιστοσύνη στο φαντασιακό και την δημιουργική ικανότητα που δείχνει τον δρόμο προς την αυτονομία. Δρόμο αέναο όσο το είναι.

Εκεί πλέον εγείρονται ένα σωρό ενήλικα ερωτήματα που αφορούν τη σημασία της φαντασιακής οπτικής στη ατομική και την κοινωνική ζωή (σε ποιο ποσοστό κάθε φορά η κοινωνία και ο άνθρωπος θεσμίζει τη σκέψη του/της ως λόγο που εξαντλείται στη συνολοταυτιστική διάσταση της πραγματικότητας ή συλλαμβάνει και λαμβάνει υπόψιν του την φαντασιακή διάσταση της σκέψης και του κόσμου). Τη σημασία του φαντασιακού σε σχέση με την κατανόηση των υπερπροσωπικών και συμμετοχικών λειτουργιών.  Την σημασία της φανερωμένης γνώσης που δεν εμπίπτει σε συνολοταυτιστική λογική. Τη σχέση μεταξύ κόσμου και συνείδησης όπως ορίζεται μέσα από τις φαντασιακές σημασίες της εποχής. Το ρόλος της τελετουργίας, της οπτικής γωνίας και των άλλων καταστάσεων συνείδησης πέρα από αυτή της εγρήγορσης. Την ενσωμάτωση της ακεραιότητας της προσωπικής συμμετοχής στα ιστορικά και πολιτισμικά πρότυπα. Την κριτική στην αρχετυπική ψυχανάλυση.